Αναζήτηση

Writink Page

Write & Share Lines

Κατηγορία

Σε φόντο θολό

Στο ιατρείο

Στον προθάλαμο του ιατρείου στεκόμαστε αποσβολωμένοι.
Βαδίζουμε προς στο δωμάτιο της αναμονής με το περπάτημα να τρίζει.

Ασθενή βλέμματα,
μολυσμένα κορμιά,
ζητούν γιατρειά..
Το χάπι της προσωρινής χαράς!

Εάν μου μίλαγες για το πόσο μ’ αγαπάς,

τότε ΝΑΙ, ίσως και να ‘ξερα.

Το Στένσιλ

Κοκκαλωμένη,
απαθανατισμένη εικόνα πάνω σε μια  καρέκλα σκηνοθέτη.
Έτσι αντικατοπτρίζει ο καθρέφτης μου.

Εσύ,

στέκεσαι ξανά στη μισοξεχαρβαλωμένη πόρτα
επιδεικτικά να με δείχνεις  με το ξεθωριασμένο αποτυπωμά σου και να με χλευάζεις

Aντοχές και όρια που πάλεψα μαζί τους
αφήσαν απεικόνιση επάνω στο λευκό πανί-
σα στένσιλ μαυρισμένο που όμως «φεγγίΖει».

Μια Αυθόρμητη Προσπάθεια

Το ανεξήγητο του εαυτού μας,
διαρκώς μας κηνυγά
Το ανεξήγητο του διπλανού μας,
απάντηση δε χωρά.

Προσπάθησα πολύ
Προσπάθησες πολύ.

Παλέψαμε με μένος σ’ αυτή μας την προσπάθεια.

Ηττημένοι καταλήξαμε να προσπαθούμε ν’ απαντήσουμε σε όλα τα Ανεξήγητα μας.
…. και είμαστε εδώ.
Ξεχνώντας ότι η αυθόρμητη πράξη μας, μας πήγε παραπέρα.

Δίλημμα

Το λουρί να σφίξω-
φίμωτρο να σου περάσω-
να προστατεύσω το παιδί μου.
Κουβέντα να μη βγάλεις.

Από τη λύσσα ν’ αποτινάξω τα βάσανα ετούτα
Στην προμνησία ν’ αποκάμω,
μυστικό ή ψέμα να σε κάνω?

Η πένα μου

Η πένα μου γράφει το όνομα σου
– «Στάζει πόνο» , μου λές.
– «Είναι το μελάνι μου, και όπως όλα τα μελάνια έχουν χρώμα σκούρο,
αλλιώς θα ήταν μια φυγόπονη, μια αόρατη περιφορά επάνω στο χαρτί».

Ίσως όταν το μελάνι δε θα είναι τόσο υγρό,

ίσως εκείνη την ημέρα καταφέρω να σε πείσω,

πως ο πόνος μου ήταν η χαρά που δεν κατάφερες να δεις.

Βεστιάριο

Δαρβίνε λάθος κάνεις..

Σε άκουσα να λες πως επιβιώνει ο δυνατότερος!

Πρωταγωνιστές σε διαφορετικά περιβάλλοντα , μασκαρευόμαστε με άλλα κουστούμια.
Μπορούμε να τα δοκιμάσουμε όλα  θέλοντας να βεβαιωθούμε αν μας ταιριάζουν, χανόμαστε μέσα σε ένα βεστιάριο – πίσω από τις κρεμάστρες.
Μήπως και προσαρμοστούμε στο κλίμα της αβεβαιότητας.
Δυνατός ναι, αλλά σε ένα σώμα δεν  κουμπώνει κάθε φορεσία
Ήρθε η ώρα να βγεις έξω ,έστω και γυμνός.

Ο απολογισμός

Δεν κοιμήθηκα λεπτό.
Το μάτι δεν μπορούσε να κλείσει
ήταν πνιγμένο στο δάκρυ.
Ήθελα να σπαράξει για αυτά τα τρια χρόνια απέραντης αγάπης,
τρια χρόνια έντονων στιγμών,
τρια χρόνια απόλυτης Τρέλας,
των πιο δυνατών Θέλω.

Δεν θα άλλαζα τίποτα-
μόνο την κλεψύδρα θα αναποδογύριζα να νιώσω τον κάθε κόκκο να κυλάει.
Γιατί δε θυμάμαι τη ζωή μου χωρίς εσένα,
γιατί δεν θα μ’ αρέσει η ζωή μου χωρίς εσένα, στο εδώ.

Καλημέρα

Τεντώθηκες.
Τα κόκκαλά σου σαν κρότος από πυροτέχνημα,
με ξύπνησαν χαράματα.
Μου τράβηξες το πανωσέντονο.
«Καλημέρα»
Ήταν μια πρωτόγνωρη καλημέρα.

Δεν κράτησε για πολύ.
Τι άλλο να μου έλεγα;

Δεν πλησιάζω τους ανθρώπους
Τους «ηθικούς»
Της κρύας αγκαλιάς
Της απο απόστασης χαιρετούρας
Τους σοβαροφανείς
Τους μίζερους
Τους σε «κοιτώ στα χέρια»

Δεν πλησιάζω τους ανθρώπους
Που χρησιμοποιούν το «ποτέ» και το «πάντα»
Τους «όλα με μέτρο»

Αυτοί δεν μπορούν να με πληγώσουν!

Εχθές ζωντάνεψε η στιγμή,
και αυτή η σάρκα αιματοβαμμένη σύρθηκε για λίγο.
Σήμερα πέθανε.
Στο βωμό του χρόνου, αυτοχαρακτηρίστηκε ανάμνηση.

Κουβαλάω στα χέρια μου το νεκρό αυτό κομμάτι
γιατί είναι πιο ζωντανό από πολλά.

Ροκανίδια ενα σωρό

Ξύλο ακατέργαστο οι επιθυμίες μας,
θύματα της καλαισθησίας πέσαμε
θέλοντας να τα λειάνουμε,
ροκανίδια σκέψης σκορπίσαμε ένα σωρό,
μετά από το αδυφάγο τρόχισμα
Αυτό είναι ό,τι μας απέμεινε!

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑