Όλοι έχουμε μια κατάρα επάνω μας ταγμένη, άλλοι με χρυσό και άλλοι με ανθρακί ζωγραφισμένη…
Ορθια κοιμώμενη ξάπλωνα επάνω σε λόγια βουβά.
Μελαγχολικοί ψίθυροι,
δειλές φωνές,
όλων των ειδών οι αποχρώσεις,
πένθιμα ηχούσαν.
Τον ύπνο το βαθύ να τιμωρήσουν,
στο ασθενές μου σώμα να μιλήσουν.
Πόσο θα ήθελα να σου μοιάζω.
Ν’ ακολουθώ και να στηρίζω τα βήματα στο δρόμο που ανοίγεις μέσα από τα πυρά της εποχής. Θα ήσουν αυτή που είσαι αν δεν γεννιόσουν εκεί που γεννήθηκες; Δεμένη η γυναίκα με την πόλη της. Γεννιέται, ζει και πεθαίνει μέσα σ’ αυτή ακόμη κι αν ταξιδεύει μακριά όπως εσύ, Γυναίκα Πολεμιστή. Κουκούλι γίνεται η γενέτειρα κι αιχμαλωτίζει σώμα, καρδιά και μυαλό. Το ίδιο δεν έγινε και με σένα; Έφυγες ποτέ πραγματικά από την πληγή σου; Όσο μακριά κι αν βρίσκεσαι η πόλη σου είναι μαζί σου. Για χάρη της έγινες αυτό που είσαι σήμερα. Μια γυναίκα με φτερά. Μια γυναίκα που πετά μακριά, με τις φτερούγες βαριές από την πόλη που κουβαλά μαζί της. Έγινε ο προορισμός και το ταξίδι σου. Δεν την άφησες ποτέ. Όσο μακριά κι αν βρίσκεσαι τόσο βροντοφωνάζεις πως η ζωή δεν είναι εκεί έξω, μα σε κάθε γωνιά της πόλης σου. Το μέσα, το έξω, όλα εκεί.
H γυναίκα είναι αδάμαστη, γράφεις Ετέλ. Μιλάς για όλες και για σένα, είναι φανερό.
Αδάμαστη ψυχή. Αχόρταγο μυαλό που αποζητά να κατακτήσει τον κόσμο και το άπιαστο νόημά του. Μια Ακόρεστη λαχτάρα να γεύεσαι τον έρωτα των ταξιδιών σου.
Κι όμως λες πως δεν αλλάζουν τίποτε. Μηδενίζεις τα ταξίδια που έθρεψαν την ελευθερία του μυαλού σου. Αυτά που γίνονται η μήτρα που γεννά όλο και περισσότερη αγάπη για την πατρίδα που παλεύεις να σώσεις. Κύκλος η πατρίδα, η πόλη και εσύ στο κέντρο γυναίκα, ένα μικρός αυτόνομος κύκλος.
Πόσοι δεν βλέπουν τον κύκλο της γυναίκας που δίνει ζωή στη δική τους ζωή! Έκοψαν το ψηλό βουνό που κήρυξε Εκείνος ως θρόνο της, την κατέβασαν και την ποδοπάτησαν.
Έκαναν τα πάντα για να χάσει το άρωμα του ρόδου που την τυλίγει.
Στέλνουν στα τάρταρα τη δύναμή της και φτύνουν μπροστά στην αδάμαστη ψυχή της. Γυναίκα και Πόλη. Κατακτημένες κι οι δυό. Μια κατάκτηση που γίνεται αναπόφευκτη, σε μάχες σώμα με σώμα.
Ο κατακτητής γίνεται κατακτημένος κι ο αέναος κύκλος κλείνει κι ανοίγει συνεχώς στο ίδιο αιματηρό χαρακτηριστικό μοτίβο.
Μικρές και μεγάλες οι μάχες μα ποτέ αδιάφορες και ποτέ χωρίς απώλειες.
Η ευτυχία είναι μόνον εφήμερη, λες.
Το εφήμερο έχει τη δύναμη να μαγεύει, ακριβώς γιατί είναι εφήμερο.
Αν ήταν συνεχόμενο, καθημερινό, θα ήταν ίδιο από τα ίδια, άδειο από τη λαχτάρα της προσμονής του αύριο που ζητάει να γεμίσει.
Σου λείπει η καθημερινότητα Γυναίκα Πολεμιστή;
Μα είσαι ερωτευμένη με την ελπίδα, το νέο και τις άπιαστες στιγμές ευτυχίας.
Ανοίγεις δρόμο στις ανάγκες της ψυχής σου. Είσαι εκεί έξω και δεν αφήνεις τίποτα να κοιμηθεί, τίποτα να ξεχαστεί. Για σένα, για μας!
Γιατί Τίποτα δεν είναι μάταιο παρά μόνο το ίδιο το τίποτα.
Ε.ΜΠ.
Ξύλο ακατέργαστο οι επιθυμίες μας,
θύματα της καλαισθησίας πέσαμε
θέλοντας να τα λειάνουμε,
ροκανίδια σκέψης σκορπίσαμε ένα σωρό,
μετά από το αδυφάγο τρόχισμα
Αυτό είναι ό,τι μας απέμεινε!
Δεσμώτης της στιγμής,
απεριόριστη απόλαυση
στα όρια της ενοχής.
λόγος σε κανέναν μη δωθεί.
Μόλις που κλυδωνίστηκε υπό την απειλή της ύαινας,
κραυγή ω σαν προμήνυμα θανάτου,
να φέρει ο χρόνος ανώνυμη ερείπωση της «ιδιωτικής αιδούς».
Ύπουλα τριγυρνάς σε κίβδηλα τοπία, Κληθώ σαν γνέθεις το νήμα , απόφαση να πάρεις
για τίποτα κανέναν δεν ρωτάς
Λάχεσις καταραμένη, κλήρους σαν μοιράζεις
Δεν χαίρεται κανείς στη ψυχή του να σε κουβαλά
σατανικό μαντείο
χρησμούς με δόλο, αδιάκοπα, σκορπάς
Αναφορά στο Δια κάνεις
και έπειτα περνάς την σκυτάλη στην Ατροπό
Την καημένη, την πιο παρεξηγημένη εκδίκηση να πάρει
το δρόμο που στρώσαν οι άλλες δυό
να τερματίσει
για να έχουν και αύριο δουλειά
Για καιρό
σχεδίαζα το πρότυπο του ιδανικού
χωρίς να το καταλάβω στο φόρεσα με βία
νόμιζα πως θα σου ταίριαζε κουτί
Τώρα όμως δε σε αναγνωρίζω
τώρα είναι που μου λείπεις πιο πολύ
Η προστακτική φωνή του έρωτα να με διατάσσει
Λερναία Ύδρα σε μύθους κατοικείς
Δηλητήριο τα θύματα ποτίζεις
Ικέτιδα, Σαγηνευτική, Αλαζονική, Απόλυτη,Μοχθηρή, Λυσσασμένη, Αθάνατη
Να γίνεις πάλι ξένο σώμα
Ακέφαλη απόλαυση πολύ μοναχικότερη
κι από την ύπαρξή σου
Πολύ πιο ένοχη και από την στέρησή σου.
Ο Ηρακλής μου σε σκότωσε,
να γιατρέψει την πολυπρόσωπη ασθένεια!
Κάρβουνο η άμμος που τσουρουφλάει στο γυμνό σου πόδι
περπατάς
….
τρέχεις
….
δε τα υπολόγισες καλά
κάπου στα μισά δειλιάζεις
«Εμπρός;»
«Πίσω;»
Το έγκαυμα δε γλίτωσες
τα βήματα στη θάλασσα διάλεξες να σβήσεις!!!
Τόση μοναξιά
όση χωράει σ ένα τραγούδι
αναζητάς συντροφιά την πιο καλή,
Του ιδιου σου του εαυτού.
Μελαγχολία και γέλιο παρέα να κάνουν
να αρπαξεις το φως
Που κάθε σκοτάδι γέννησε
και να τρέξεις προς αυτά που κατάφερες να συμφιλιώσεις!!!
Έκανα σκέψεις κρυφές, λέω,
και κοιτάζω δειλά για να πάρω γεύση από τις ματιές.
Έκανα σκέψεις άλλες, μυστήριες, ξένες, λέω,
και βλέπω να φεύγουν, να ξεμακραίνουν και να γίνονται οπτασίες μακρινές.
Έκανα σκέψεις διαφορετικές, λέω,
και νιώθω το φόβο της άγνοιάς τους να γεμίζει τις παγωμένες τους αγκαλιές.
Έκανα σκέψεις τρελές, λέω,
Και γεμίζουν τα ρουθούνια μου με τη βρώμα από το κάθε τους
σήμερα, αύριο και χτες.
