Γεννήσαμε το χωροχρόνο
κι η εδώ πραγματικότητα τον χώρεσε
φίλο αγαπημένο τον ονόμασε
αγκαλιά, έρωτα τον ξημέρωσε.
Γεννήσαμε το χωροχρόνο
κι η εδώ πραγματικότητα τον χώρεσε
φίλο αγαπημένο τον ονόμασε
αγκαλιά, έρωτα τον ξημέρωσε.
Αόρατος καβαλάρης σε ξένα, λευκά σεντόνια.
Κάλπασα επάνω σε δυο κορμιά που έγιναν κόμπος.
Ένιωσα την θηλιά στο λαιμό,
μα μια σταγόνα βαθύ κόκκινο με μαρτύρησε
ότι ήρθα πάλι χθες.

Χάνω έδαφος
σε ένα ένστικτο που υπογείως με χλευάζει.
H μορφή μου,
ανύπαρκτη.
Tο μυαλό μου,
ανήθικο.
μου υπέδειξαν πως είναι να κερδίζεις χάνοντας.
Πάντα: το πιο αόριστο.
Και έχουμε τόσα ορισμένα πράγματα σε αυτή τη ζωή…Τρέχουμε ξωπίσω τους, Αποζητάμε διαρκώς. Θέλοντας να τ’ αποκτήσουμε, περαστικά τα κάναμε.
Καταφέραμε όμως να ενισχύσουμε την απληστία μας.
Ξεφτυλιστήκαμε εκ φύσεως.
Θα συνεχίσω ν’ αποζητώ αυτά που δε φτίαχτηκαν για έμενα, αυτά που δεν ορίστηκαν για εμένα…
αυτή είναι η δική μου απληστία και με κάτι ξένο δεν την αλλάζω.
Για πολύ καιρό δεν αισθάνθηκα κάποιο άγγιγμα
πέρα από τα βασικά και εμφανή σημεία.
Εκεί που σε αγγίζουν οι γονείς, οι φίλοι σου…οι ευκαιριακοί εραστές.
Για να ‘μαι ακριβής δεν ένιωσα αυτό το αποπνικτικό άγγιγμα που ονόμασα βάσανο. Αυτό που στο πέρασμα των ημερών εκπνέει λίγη ένταση.
και όλα αυτά γιατί δεν αντεχεται το αγγιγμά σου στο κορμί μου.
Δεν έχω παράπονα από τους ανθρώπους,
γιατί δεν έχω και απαιτήσεις.
Θυμάμαι όμως,
και μέχρι να ξεχάσω μου παίρνει λίγο χρόνο.
Ήταν η στιγμή που θύμιζε κάτι από παραίτηση.

Ακόμη ένας κι ένας και πάλι ένας, οι στόχοι τρέχουν σαν το νερό κι εγώ μένω πίσω τους να κλείνω το κενό.
Ονειρεύεσαι με τρόπο ασφαλή
και για μένα όνειρο χωρίς ρίσκο
είναι μια αλληλουχία πράξεων
που ισούται με μηδέν.
Δε με ωφελείς
νομίζεις πως στην πράξη, τα έχεις όλα υπολογισμένα.
