Αν δεν κυλήσεις παρέα με τον χρόνο δε θα μπορέσεις να αντιμετωπίσεις ότι αποφεύγεις. Αν θες να προχωρήσεις, μείνε.
Αν συνέχεια πνίγεις τις πράξεις σου στις υποθέσεις
χάνεις την ευκαιρία να τολμήσεις.
Πόσα ακόμη θα έρθουν που το ένστικτο θα αφήσεις να διαλέξει;
και ποιος ξέρει πόσο μακριά από την πραγματικότητα θα πας; Αν θες να μάθεις, ξεκίνα!!!
Η ζωή στην τελική είναι πολύ πιο απρόβλεπτη απ’ όποια υπόθεση και αν τόλμησες να κάνεις.
Δε θέλω πολυτέλειες
και extravagant καταστάσεις
σούπερ λούξ εκδρομές και εκθαμβωτικά βραδινά σουλάτσα
πνιγμένα μέσα στην καταπίεση της χλίδας, στα καχύποπτα βλέμματα περαστικών.
Θέλω τον πλούτο των ματιών σου
και την υπερβολή του έρωτά σου,
υπέρλαμπρα ν’ απλώνονται εμπρός στο γκάζι μιας καγκουροβόλτας.
Να πίνουμε περιπτερόμπυρες και να σβήνουμε τον καπνό της ύπαρξής μας.
Να χαζεύουμε από ψηλά την πόλη μας και να μαντεύουμε τις περιοχές που στην επόμενή μας βόλτα θα χαθούμε.
Το ντεπόζιτο της κούρσας μας είναι ακόμη, πίοτερο γεμάτο,
ν’ αργήσουμε και πάλι να γυρίσουμε πίσω….
γιατί εδώ βρίσκεται η γνώριμη μας Ευτυχία.
Aν πιστεύεις πως ο μόνος τρόπος ν’ απαλλαγείς από κάτι είναι να το ξεριζώσεις, κάνε όπως με το κόκκινο λουλούδι που διάλεξες να θάψεις. Μιας και στο φιλάσθενο ψυχισμό σου καμία θεραπεία την απόλυτη γιατρειά δεν θα φέρει. Από τη στιγμή που νόσησες μια ζωή μολυσμένος θα ‘σαι.
Διάβαζα και ξαναδιάβαζα τη λέξη που κυλούσε στον τοίχο απέναντι, στο βάθος του δρόμου, με τα γράμματα στο χρώμα της χολής και νόμισα πως με γελούν τα μάτια μου. Προσπάθησα να σκεφτώ τι σήμαινε η λέξη πραγματικά -όχι τη μετάφραση- εκείνα τα δευτερόλεπτα που μου αναλογούσαν περιμένοντας το φανάρι να γίνει πράσινο. Λοιπόν, αν κατάλαβα καλά, κάποιος σκαρφάλωσε, κρεμάστηκε στον αέρα για να γράψει στην πλάτη του κτιρίου ένα τεράστιο HAtERE! Αν δεν ήταν το φανάρι κι η ουρά των αυτοκινήτων πίσω μου, μάλλον θα ήμουν ακόμη εκεί να προσπαθώ να βγάλω νόημα, να προσπαθώ να καταλάβω αυτό τον άγνωστο «καλλιτέχνη» που κινδύνεψε, για να ζητήσει από όλους μας να… HAtERE. Αφήνω το χρόνο να με προσπεράσει, τον ξεγελάω στη διάρκεια του κόκκινου φαναριού και ταξιδεύω. Έρχομαι και κάθομαι δίπλα σου HAtER, σιωπηλή, τη στιγμή ακριβώς που γράφεις. Δεν νομίζω, δεν ελπίζω πως θες να με δεις. Σε παρατηρώ. Το χέρι σου τρέμει καθώς γράφεις κι αποτυπώνεται στα γράμματά σου. Στέκεσαι μετέωρος, ανάμεσα στην κοιμισμένη νηφαλιότητα της ύπαρξής σου και το μεθύσι της ψευτο-επανάστασης που σου δίδαξαν όμοιοί σου. Το κορμί σου ολόκληρο πάλλεται από μια παράξενη φωνή που τραγουδά μέσα σου, τρέμεις στον ήχο της και τα γράμματά σου αρχίζουν να κατρακυλούν. Αιωρείσαι στην κούνια των σκέψεων του μυαλού σου. Σ’ αγγίζω με το δείκτη του χεριού μου και σε ρωτώ με φόβο μήπως διαλυθείς στη σκέψη μου σαν σαπουνόφουσκα:
«Εσύ HATER που μας καλείς να HAtERE, γιατί κρεμάς το μίσος σου μπροστά στα μάτια σου και στα δικά μας; Νομίζεις πως το έκανες καθρέφτη μας; Έτσι κι αλλιώς εσύ να το ξεχάσεις αποκλείεται κι εμείς να το διαβάσουμε απορώ αν πρέπει. Ξέρεις τον πόνο του να μισείς; Διάλεξες δηλητήριο πιο ισχυρό κι από το μίσος των άλλων προς εσένα. Λιώνεις τα σωθικά σου, καις το βλέμμα κι αφαιρείς το οξυγόνο από την ανάσα σου. Μισείς εμάς ή εσένα; Ζητάς να σ’ αγαπήσεις ή να σ’ αγαπήσουμε;
Προσπαθώ να σ’ ακούσω, μα φωνάζεις βουβά.
Απαιτείς την προσοχή σου και τη δική μας.
Θέλεις να βρεθούμε εκεί, στο σημείο μηδέν που όλα θα αρχίσουν από την αρχή. Νέα αρχή.