



Τα απομεινάρια της Ηράκλειας νόσου εξοστρακίζω.
«Φυτό» στο ανάκλινδρο του πάθους
μαραζώνω σε κάθε ηλιαχτίδα.
Θαμμένο μυστικό μου ν’ αποθάνεις.
Να θυσιάσω το τρεμάμενο κορμί μου στην ηδονή και πάλι
Βλέποντάς σε καρπέ μου, όμορφα ν’ ανθίζεις.

M Writinks
*Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Ηράκλεια νόσο την επιληψία
Κατά τη διάρκεια της ημέρας δεκάδες φορές ψάχνουμε κάτι να βρούμε.
Στο τέλος, από όλα τα δήθεν «χαμένα» το μόνο που δε βρίσκουμε είναι τον χρόνο
και συνεχίζουμε το κυνήγητο…

Κανείς μας δεν παρατήρησε ότι ο χρόνος άπλωσε τους δείκτες του επάνω στην πλατεία
γιατί ο νόμος της βαρύτητας μας καταδίκασε να ζούμε ξανά και ξανά την 6 π.μ.
Οι πόρτες μας. Κλειστές, ανοιχτές, κατεστραμμένες, καλοφτιαγμένες, γυαλισμένες, ετοιμόρροπες. Άλλες μπαίνουν τώρα σε σπίτια που χτίζονται και θα έρθει η στιγμή που θ’ ανοίξουν σε σένα, σε μένα, σε όλους. Τις κοιτάζω κι αναρωτιέμαι αν οι πόρτες έχουν δικό τους χαρακτήρα ή αν δανείζονται αυτό των ιδιοκτητών τους. Εμείς κάνουμε τις πόρτες, σκέφτομαι. Εμείς όμως δείχνουμε ποιοι είστε, μου απαντούν.
Τις κοιτώ. Συνομιλία στο κενό.

