Αναζήτηση

Writink Page

Write & Share Lines

Συντάκτης

writinkpage

Magic feelings in our Magic World, dj J.K.

Κύκλους κάνεις γύρω από σένα

Είναι εξάρτηση να θες να σ’αγαπούν
Μια εμμονή να θες μόνο να παίρνεις
Ο εγωισμός σου ρούχο μίζερο
που πάντα σε στενεύει.

Στης φυλακής τα θέλω
πελώριο τοίχο χτίζει η αξόδευτη αγάπη
εγκλωβισμένος στα πάντα ή στο τίποτα
κύκλους κάνεις γύρω από σένα.

«ΚΎΚΛΟΥΣ ΚΑΝΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΣΕΝΑ» της Σοφίας Κιόρογλου

[Στο πάντα ή στο τίποτα γεννιούνται σκέψεις και συναισθήματα.

Ευχαριστούμε τη Σοφία Κιόρογλου που τα μοιράζεται μαζί μας.]

 

Αναρωτιέμαι…

Κάποτε πίστευα πως Υπάρχεις

Κάποτε θέλησα να Σε βρω

ήταν τότε που μ’ άκουσα να Σε καλώ.

Κάποτε…

Ίσως μάταια χωρίς σκοπό.

Τώρα λέω πως είτε ψάξω είτε όχι

Κρυφή και πάλι η Ύπαρξή Σου

Άνισος ο αγώνας στο διηνεκές.

About M Writinks

Φίλιωσε ποτέ η φωτιά με το νερό;

Πότε το νερό λυπήθηκε τη φωτιά κι απέφυγε τη σωτήρια αγκαλιά;

Κι όμως όσο αδύνατα κι αν ακούγονται, συμβαίνουν γιατί συνυπάρχουν στην M Writinks. Υπήρξαν στιγμές που αναρωτήθηκα αν είναι γνώρισμα της γενιά της ή απόλυτα δικό της χαρακτηριστικό.  Κατέληξα πως είναι περισσότερο δικό της  και πως ακόμη κι όταν δεν θα είναι πια 25 ανοίξεων,  όλα θα είναι φωτιά για κείνη κι όλα θα τα παρασέρνει σα χειμαρρώδες νερό.

Αν ήταν αμαζόνα θα ήταν η πιο ατίθαση μα σίγουρα κι η protégé της αρχηγού. Είναι αδύνατον να μην την αγαπήσεις για όλα αυτά που είναι. Αν ήταν σχήμα θα ήταν τετράγωνο χωρίς γωνιές. Αν ήταν λουλούδι θα ήταν ορχιδέα κι αν ήταν πουλί σίγουρα γλάρος που θα ταξίδευε στις θάλασσες αχόρταγα.

Οι κανόνες δίπλα της φλερτάρουν με την ανυπαρξία τους. Την πλησιάζουν κι ας ξέρουν πως θα χαθούν.

Μια παθιασμένη ύπαρξη που κάνει σαματά στο πέρασμά της, όχι για να φανεί, μα για να δώσει ζωή, να προσφέρει μουσική με το γέλιο της και χαρά με τη λαμπερή ματιά της. Κάθε μέρα, μου θυμίζει πως η ζωή δεν χορταίνεται.

Thoughts said by E Writinks

DSC_0146

M Writinks Travelling @ EU

Κάντε like στη σελίδα μας στο fb : https://www.facebook.com/writinkpage/

Describing E Writinks

Ένιωσες ποτέ δυσκολία να περιγράψεις κάποιον, με όσες λέξεις και αν σου έδιναν;
Εάν όχι, ίσως δε συνάντησες την E Writinks.

Ξεκίνησα δειλά να γράφω για κείνη, μέχρι που κατάλαβα ότι τα κείμενα αργά ή γρήγορα δε θα είχαν καμία αξία. Όλα θα ήταν τσιγκούνικα μπροστά στη γενναιοδωρία της ψυχής της.

Μέσα στο κάθε λεπτό της μέρας υπάρχει κάτι απο κείνη γιατί έχει απίστευτη δύναμη πάνω στους ανθρώπους.
Σιγά σιγά τη μάθαινα μέσα από αυτά τα μικρά… και τη θαύμαζα.

Πολύ γρήγορα κατάλαβα την ικανότητα της να βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο,να δίνει μια και να πέφτει… κι έπειτα πάλι από την αρχή.
Γιατί η E Writinks  βρίσκει την τέλεια ισορροπία  μέσα από ακραίες καταστάσεις.

Μέσα στην τρέλα του μυαλού της, μέσα στην τρέλα των ημερών δεν προσπαθεί κάτι απ αυτά να εκλογικεύσει.

Δεν είναι μια συνηθισμένη γυναίκα.

Αυτό το πλάσμα αγαπάει το όμορφο, το διαφορετικό, το έντονο..αγαπάει τη ζωή και σε καμία αυριανή ημέρα δε βρίσκει καταφύγιο.

Εαν την ακούσεις να γελά ετοιμάσου να αισθανθείς το κάθε ερέθισμα για ζωή.
Εάν την δεις να σιωπά θ’ απολαύσεις τις αιωρούμενες της σκέψεις.
Και αν μπορέσεις να την ακούσεις να «μιλάει από μέσα της» θα βιώσεις λίγη ευτυχία.

Είναι τύχη να την συναντήσεις
και τιμή να μπορέσεις να τη «διαβάσεις».

Θέλω να της πω ένα μεγάλο ευχαριστώ για το «πολύ» που μου δίνει καθημερινά.

M Writinks for E Writinks

Κάντε like στη σελίδα μας στο fb : https://www.facebook.com/writinkpage/

Το φιλί

Με ανατριχιάζεις σε κάθε άγγιγμα που προσπαθώ ν’ αποφύγω, αναζητώντας το επόμενο.

Σφίγγεις το «είναι» μου όταν με καρφώνεις με το βλέμμα σου και δε μπορώ ν’ ανασάνω.

Έχω ακόμη την αίσθηση από το υγρό φιλί σου …

και δεν έχει αρχίσει να στεγνώνει. Όταν ξεραθεί θα ξέρω πως θα έχει γίνει ανάμνηση.

και θα έρθει αυτή η μέρα γιατί το φιλί σου είναι πολύ έντονο για να αντέχω στο παρόν.

«Για τις φορές που με χτυπούσες» Θεονίκη

Χωρίς να το θέλω, το ξέρω, θα θυμάμαι πάντα. Τα σημάδια και οι αναμνήσεις θα στοιχειώνουν το κορμί και την ψυχή μου αντίστοιχα ή και χιαστί.
    Θα θυμάμαι τις φορές που άπλωνες το χέρι σου κι ενώ εγώ η χαζή νόμιζα πως θα με αγκαλιάσεις, εσύ με χτυπούσες. Με χτυπούσες με μίσος, με οργή, με μανία. Με χτυπούσες επανειλημμένα και ανεξέλεγκτα.
Στην αρχή απλά αρνιόμουν, ανεχόμουν, ύστερα έμαθα να αντέχω, ώσπου έφτασα στο σημείο να έχω πείσει τον εαυτό μου πως αυτό αξίζω. Είχα πιστέψει πως έφταιγα εγώ. Δεν γνώριζα σε ποιo ακριβώς σημείο έκανα το λάθος αλλά κάπου σίγουρα έκανα λάθος εγώ. Το σφάλμα όλο δικό μου και οι συνέπειες και αυτές δικές μου!
     Δε με ρώτησε ποτέ κανείς πως ένιωθα. Κι αν με ρωτήσεις τώρα, δε θα σου πω πόνο, δε θα σου πω θλίψη, θα σου πω πως ένιωθα ντροπή. Ντρεπόμουν αλλά όχι για τις μελανιές που μάταια προσπαθούσα να καλύψω, όχι για τα γεμάτα οίκτο βλέμματα αγνώστων περαστικών και κοντινών φίλων, ούτε για τα λόγια απέχθειας προς το άτομο σου. Ντρεπόμουν γιατί ήμουν λίγη για σένα. Ήσουν καταδικασμένος να ζεις με αυτό το »λίγο» στο πλάι σου κι αυτό ήταν αρκετό, τουλάχιστον για μένα, να δικαιολογήσει την όποια συμπεριφορά σου.
    Όσες φορές κι αν είπα πως θα είναι η τελευταία φορά, ποτέ δεν ήταν. Όσες φορές κι αν είπες πως ήταν η τελευταία φορά, πάλι ποτέ δεν ήταν. Δεν άργησε η στιγμή που στέρεψα από δικαιολογίες, δίχως ίχνος λογικής και εξηγήσεις που έδινα εγώ σε μένα για σένα.΄ Ήταν η στιγμή που ίσα ίσα μπορούσα να σταθώ στα δυο μου πόδια και το εννοώ τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Έπιασα το μέσα μου να θέλει να ουρλιάξει ΄΄Φτάνει!», »Αρκετά!» μέχρι να νιώσω το λαιμό μου να σκίζεται. Να θέλω να φύγω από την φυλακή που μόνη μου μπήκα αλλά να φοβάμαι για χειρότερες συνέπειες.
     Κι όμως τα κατάφερα! Έσπασα τις αλυσίδες και έτρεξα. Έτρεξα μακριά σου να σωθώ. Μονάχα μια στιγμή σταμάτησα. Στάθηκα και πήρα μια βαθιά ανάσα. -Οξυγόνο.-
      Χωρίς να θέλω, το ξέρω, θα θυμάμαι πάντα. Με όλα τα άσχημα θα θυμάμαι πως στην τελική τα κατάφερα. Θα θυμάμαι πως η βία ούτε εξουσία δείχνει, ούτε μαγκιά, αλλά δειλία. Κι αν κάποιες φορές με χτυπούσες για να μου δώσεις ένα »καλό μάθημα» και να μου υπενθυμίσεις πως είμαι το αδύναμο φύλο, έχω να σε ενημερώσω πως δεν είσαι και τόσο δυνατός τελικά.

Shar-ink Oxygen

Συγκίνηση,

για την εμπιστοσύνη που μας δείχνετε

Υπερηφάνεια,

για τη δύναμη και την ποιότητα του χαρακτήρα όλων εσάς που έχουμε μαζί μας

Ευχαριστούμε ακόμη μία φορά τη Θεονίκη για το νέο κείμενο που μας έστειλε με τίτλο:

«Για τις φορές που με χτυπούσες»

Την ευχαριστούμε γιατί η τολμηρή της πένα  έγραψε ένα κείμενο μανιφέστο για όλες τις γυναίκες. Ένα κείμενο που χαρίζει Οξυγόνο σε όσες έχουν ξεχάσει πως ν’ αναπνέουν ελεύθερα.

oxygen
Give your Life Oxygen

E & M Writinks

Ο Βοριάς

Οι ανησυχίες μου ήταν τόσο συγκροτημένες που διαλύονταν στον πρώτο αέρα.
Με τον δαίμονα της περιέργειάς μου να πλάθει έναν κόσμο φανταστικό,
με τον έλεγχο να εξαντλείται
και τον χρόνο να κομματιάζει σε ισόποσες παύσεις το πέπλο της άγνοιάς μου.

Έτσι η αγάπη μου, έμαθε τα βράδια να πλακώνει το ιδρωμένο μου κορμί.

Σε ένα ανεξάντλητο διάστημα  πλώρη έβαλε ο Βοριάς να με πληγώσει.

 

«Συναίσθημα»

Ολοκληρωμένο συναίσθημα

με μια μοίρα που το στήνει στον τοίχο.

Το εκβιάζει να γίνει ανολοκλήρωτο

εαν θέλει να υπάρχει.

 

Ορισμένο συναίσθημα

που δεν υπακούει σε περιγραφές.

Άσκοπο να το συγχρονίσεις με τις λέξεις.

 

Έντονο συναίσθημα

με φόρα κομμένη, τρέχει.

Αν το αφήσεις ελεύθερο πληγές θα σκορπίσει.

 

Συναίσθημα – καθρέφτης

Από τη λάμψη δε μπορείς να δεις
και από τις τόσες σκέψεις κινδυνεύει να σπάσει.
γιατί για να μην τελειώσει μια ιστορία πρέπει να μην αρχίσει ποτέ.

 

Και κάπως έτσι το γύρισε ο καιρός σε μια αιωνιότητα. Σε αυτή που διαλέξαμε να ζήσουμε παρέα με ένα άλλο «Συναίσθημα» που δε φτιάχτηκε για εμάς.

«Ο Τόνος» Μαρία Λεμεσού

Φτάνω στην πλατεία.  Βικτώριας ή Βικτωρίας ; σκέφτομαι. Τακ- τακ τα τακούνια μου ή μήπως είναι οι καρδιές των παιδιών;  Τα νιώθω γύρω μου. Κοιτάζω κάτω. Πλατεία Βικτώριας ή Βικτωρίας;  Βάζω συχνά στον εαυτό μου ανόητα διλήμματα , όταν την πραγματικότητα να κοιτάξω δεν μπορώ. Πλατεία Βικτώριας ή Βικτωρίας; Βουίζει το βήτα σαν μελίσσι. Κοιτάζω γύρω μου. Δεν είναι μέλισσες. Είναι γερμένοι άνθρωποι. Στα παγκάκια. Στο χώμα. Στα σκαλιά. Στο φόβο τους.

Δεν είναι μέλισσες αυτό το βουητό. Είναι παιδιά με μελιά μάτια. Με μαύρα μαλλιά. Με τρύπιες τσέπες. Με γυμνά πόδια. Με την αθωότητα τους να μπαινοβγαίνει από μια τρύπια κουβέρτα. Με τη ζωή τους σε μια τσάντα. Σε δυό σταγόνες νερό. Αραδιασμένα στην πλατεία σαν αναπάντητα ερωτηματικά. Άλλα να κάθονται  σαν να περιμένουν κάποιον ή κάτι άλλα να παίζουν- είναι απίστευτο πως βρίσκουν τρόπο να παίζουν τα παιδιά κάτω από όλες τις συνθήκες ακόμα και της προσφυγιάς – κι’ άλλα σφιχτά να τα ‘χει στην αγκαλιά η μάνα τους σαν Παναγία που θέλει να τα γλυτώσει από τη Σταύρωση. Ντράπηκα που δεν είχα ένα θαύμα να τους δώσω, μια πατρίδα να επιστρέψουν, λίγη ειρήνη, έστω ένα γάλα. Έσκυψα πάλι το κεφάλι κι αρχίνησα να σκέφτομαι το ανόητο μου δίλημμα ξανά. Πλατεία Βικτώριας ή Βικτωρίας;  Σκέφτομαι ανόητα όταν λυπάμαι σχεδόν παλιμπαιδίζω, έτσι νιώθω πως κάνω μπου! στο άδικο κι’ αυτό φοβάται και φεύγει για λίγο.

Φτάνω στη σκάλα για το τραίνο. Σε λίγο θα είμαι αλλού. Θα πίνω καφέ και θα  αμπελοφιλοσοφώ. Ίσως το κρύο του απογεύματος με ενοχλήσει και αρχίσω να γκρινιάζω. Μπορεί να πω στη φίλη μου «Τι κρίμα. Πέρασα από την πλατεία. Αλήθεια για πες εσύ που είσαι φιλόλογος Βικτώριας είναι το σωστό ή Βικτωρίας; Κρίμα οι άνθρωποι. Τι κρίμα.. Και τα παιδιά! Πολύ λυπήθηκα. Πολύ λυπήθηκα» θα πω κι ύστερα θα κουμπώσω τη ζακέτα μου ως απάνω ,να μην κρυώνω και θα τα κλείσω απ’ έξω όλα τα κακά. Θα πιώ δυό γουλιές καφέ. Οι άνθρωποι στην πλατεία θα είναι ανάμνηση.

Η ζωή λένε είναι δρόμος. Μόνο που δεν έχει για όλους προορισμό. Δεν έχει…

Είμαι στην πλατεία.

Βικτώριας ή Βικτωρίας;

Καθηλωμένη, στο πρώτο σκαλοπάτι που κατεβαίνει στο τραίνο.

Καθηλωμένη, σαν να με έχουν εγκλωβισμένη όλα τα συρματοπλέγματα, όλων των κλειστών συνόρων.

Νιώθω πως καταπίνω χώμα.

Πως μασώ πέτρες.

Πως καίγονται τα μάτια μου από φωτιά.

Και τότε το αισθάνομαι.

Σαν αεράκι δροσερό.

Κι’ ύστερα σηκώνω το βλέμμα μου.

Ένα κοριτσάκι στέκεται απέναντί μου.

Το κοιτάζω επίμονα.

Όπως έναν πίνακα ,ένα δέντρο ,ένα πληγωμένο πουλί.

Όπως κοιτάζεις, όταν νιώθεις ανήμπορος να κάνεις κάτι.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτό το βλέμμα, ,αυτή η σιωπή.

Ξάφνου κουνάει το χεράκι του. Σαν του πουλιού φτερούγα.

Με χαιρετά με θέρμη.

Χαμογελά.

Χαμογελά, με όλους τους ήλιους που είδα στη ζωή μου.

Πρωινά και ηλιοβασιλέματα.

Χαμογελά με όλο το φως.

Το χαιρετώ κι εγώ ταυτόχρονα.

Χαμογελώ με όλα τα παιδικά μου πρωινά.

Χαμογελώ στο φως.

Κι’ ανοιγοκλείνω τα μάτια μου σαν να του στέλνω σήματα μορς. Oι λέξεις μου είναι κωδικοί στις κόρες των ματιών μου, στα βλέφαρά μου και το παιδί μια καθαρή  λίμνη που με καθρεφτίζει.

 

Μου τα γυρίζει με τα μάτια του τα σήματα.

Μου αντιγυρίζει τη χαρά του. Μπλέκεται με τη λύπη μου. Κουβάρι γίνονται. Κι’ ύστερα ξεμπλέκονται όλα μέσα μου ξαφνικά, νιώθω πως γίνομαι εκείνο το παιδί, το κοιτάζω και είμαι εγώ, χαμογελώ πλατιά στον εαυτό μου. Μου αντιχαμογελά.

Ανεμίζουν τα χέρια μας.

Και είμαστε σαν δυό φτερούγες του ίδιου πουλιού.

Που είναι το σώμα μας;

Ποιος μας έχει χωρίσει;

Πέντε βήματα απόσταση.

Δυό κόσμοι.

 

Κατέβηκα με του παιδιού το βλέμμα μες  στην τσέπη.

Με ένα συρματόπλεγμα να μου γδέρνει το μέσα.

Κι όμως ταυτόχρονα, παράδοξο,  κάτι γλυκό κυλούσε μέσα μου ,σαν να ‘χα μέλι μες στις φλέβες αντί για αίμα. Μέλι σαν τα μελιά του μάτια.

Το τραίνο είδα στις ειδοποιήσεις θα αργούσε.

Μα δεν μ’ ένοιαζε.

Εγώ είχα κάπου να πάω…

Πλατεία Βικτώριας ή Βικτωρίας;

Πλατεία του παιδιού που  ελπίζει.

Έτσι θα την λέω.

Και ο τόνος ο σωστός χτυπά στο στήθος μου.

 

Στην καρδιά μου.

 

«Ο Τόνος», της Μαρίας Λεμεσού

Η απαρχή

Ξεκίναγα αυτές τις μάταιες συζητήσεις.
που δεν καταλήγουν πουθενά.

Στη συνέχεια αποσυρόμουν κατά κάποιον τρόπο,
δεν έλεγα τίποτα για τις υπονοιές μου.
Έκανα συμβιβασμούς οι οποίοι δεν έθιγαν τις αρχές μου,
οι οποίοι δεν μαρτυρούσαν τις επιθυμίες μου.

Έτσι έμαθα να με αγαπώ
με ένα αγέννητο συναίσθημα στην ετοιμοθάνατη ματιά μου.

Διαβάζοντας Σιμόν Ντε Μπωβουάρ-Οι αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑