
Always together!
Σήμερα δεν κεντήσαν καμιά φιγούρα
τα μύρια άστρα,
σκορπίσαν το βλέμμα στο πιο μακρινό μας πλάνο!
Ενοποίησες τον χρόνο
επιβάλλοντας στις πράξεις να μοιράζονται τον ίδιο χώρο.
Ενοποίησες τις έννοιες που βάλθηκαν να μας χωρίσουν.
Μυστικιστικά η κορδέλα χόρεψε στις νότες της φωνής σου
Εκεί που γεννήθηκαν ακραίες θερμοκρασίες
αφήνοντας το σώμα να καίγεται,
να παγώνει.
Ασφυκτικά κράτησα τον ιδρώτα εντός μου
μου πες με βλέπουν… εάν πολύ το μελετώ
Εκπνοή της έταξε η μοίρα να την κάνει
άνοιγε το στόμα και άκουγες σιωπή.
Σε κάθε μονόπρακτο πρωταγωνιστούσε η ίδια και η ίδια.
Τώρα όμως θέλησε με ένα αδάμαστο συναίσθημα
να πλάσει τη σκηνική της απουσία.
η γλώσσα της φυγής φέτος φορέθηκε πολύ!
Ατίθασο άτι η σκέψη
καλπάζει στη γη σου.
Κουρσεύει την κοιλάδα,
Τους λευκούς λόφους, τα ξέχειλα ποτάμια.
Πίνει νερό στις λίμνες
Και ξαποστένει στο φως που εκπέμπουν οι δυό σου ήλιοι.
Με δελεάζει η αλμυρή μειλίχια σταγόνα της
με τρομάζει όταν αλλάζει πρόσωπα,
με γοητεύει σαν τη βλέπω μπαΐλτισμένη
και σου το ομολόγησα πως την αναζητώ κάθε δεύτερη μέρα της κρυφής ζωής μου.
Να με παρασύρει, να παραδοθώ στην ορμή της και στον ανεξερεύνητο κόσμο που σαλπάρω κάθε πρώτη μέρα.
Εκεί που γεννιέται η κρυφή ζωή μου.
Να σε αγκαλιάσω σφιχτά για όλα αυτά που πήρες μακρυά, θαλασσινή μου ορδή.
Κέντησα μια συρροή από στριγκούς ήχους επάνω στο βιολί
απλώς,
πιέσα τις χορδές επάνω στη ράχη του
έσυρα το δοξάρι στην απαλότητα τους
και τότε εμφανίστηκες εσύ.

Η ετεροχρονισμένη σκέψη θέλησε να ζήσει οτι δεν άντεξε στο χθες. Σαν μια μοιραία μελωδία!
Οι μνήμες μου θυμίζουν ροδοπέταλα
πετούν πάνω από ένα χώμα νωπό
αφήνοντας με γυμνή
μονάχα με το αίσθημα.
-Λες είμαι της στιγμής. Με αδικείς.
-Έτσι σ’ ονομάζω.
-Με λοιδωρείς!
-Ανάμεσα στα όχι μου, τα ίσως και τα ναι
Είσαι μέσα μου, σ’ ακούω, τ’ αυτιά μου καις.
-Είμαι εδώ, Παρών! Υποκλίνομαι, ο άγνωστος εαυτός.
Κι αν βρυχάμαι, μην φοβηθείς.
Τ’ αυτιά μην καλύπτεις, άσε τα μάτια ανοιχτά
Την πόρτα μην κοιτάς, κράτα την κλειστή.
Τρέχεις; Δεν θα πας μακριά.
Κοίτα με, έλα κράτα με, για μια ζωή θα περπατάμε αγκαλιά.
Έχεις βρεθεί στο πουθενά
Το ξέρεις και σε ξέρει.
Έλα, μη διστάζεις.
Βάλε την καρέκλα σου εδώ,
Δίπλα μου.
Κάθισε αναπαυτικά
Στο τεντωμένο μου σκοινί.
Βλέπεις;
Η άβυσσος έχει χώρο για όλους.
Εμπιστευόμαστε,
τα επαναλαμβανόμενα λάθη
τις ασύνδετες φράσεις που δημοσιεύουμε
τον απέναντί μας, όταν ο εαυτός μας είναι επιρρεπής.
Και κάπως έτσι εξαργυρώνουμε τις αδυναμίες και τις ελλείψεις μας.
Πουλάμε το κομμάτι του εαυτού μας που εμπιστευτήκαμε, που πίστεψε πως τα έχει (σχεδόν) όλα.
Δεν απαιτούμε ξεκάθαρες στάσεις σε όλα αυτά τα άκρως οριοθετημένα που θα μας κόστιζαν την ελευθερία μας!
