Αναζήτηση

Writink Page

Write & Share Lines

Ετικέτα

Διηγήματα

Η Επόμενη Μέρα

Λευκή σελίδα. Την κοιτάζω κι αναρωτιέμαι αν υπάρχει ο φόβος της λευκής σελίδας. Δεν το νομίζω. Υπάρχει ο φόβος να βάλεις στο χαρτί τις σκέψεις σου κι από λευκό να γεμίσει με μαύρο μελάνι. Μόνο σε μαύρο χρώμα μπορώ να γράψω σήμερα. Αυτό είναι το χρώμα που ταιριάζει στους αποχωρισμούς.

Το «Ανοξείδωτο Δέρμα» το έγραψα με τη βοήθειά του γι αυτό του ανήκει.  Ήθελα να τον βάλω στο «κόλπο», να τραβήξω την προσοχή του από τις μέρες του νοσοκομείου.Ήταν η πρώτη εποχή που έμπαινε κι έβγαινε, τότε που δεν θέλαμε να πιστέψουμε πως είχε αρχίσει το τέλος. Οι  δυο λέξεις με ταξίδεψαν κι έτσι απλά μ΄ανέβασαν σ’ ένα καράβι. Τότε σκέφτηκα εκείνον. Ποιος θα ήταν καλύτερος για κάποιες μικρές ή μεγάλες λεπτομέρειες σχετικά με τα καράβια; Μόνος εκείνος, ο θαλασσόλυκός μας. Από μικρό παιδί ζούσε στις σιδερένιες κοιλιές τους. Εκεί μέσα μεγάλωσε και μ’ αυτά γύρισε τον κόσμο. Όταν μιλούσε κι εξιστορούσε τα ταξίδια του το βλέμμα του ταξίδευε ξανά, έφευγε από το στενό δωμάτιο,  γινόταν γελαστό και φωτεινό. Δεν είχε περάσει ρόδινα. Σίγουρα όχι. Μα πέρασε μια  ζωή στο κόκκινο. Τα δύσκολα ήταν σκληρά και τα όμορφα (όσα υπήρξαν) ξεχωριστά. Η θάλασσα ήταν η μια  θρησκεία του. Η άλλη η οικογένειά του. Μια οικογένεια ιδιόμορφη που τη βρήκε στην πορεία της ζωής του μα παρότι έτοιμη είχε τον τρόπο να την πλάσει από την αρχή.  Έτσι το ένιωσα εγώ ή έτσι ήθελα να το βλέπω. Με συνέφερε γιατί σε μια στάση της ζωής ακολούθησα το ευφάνταστο αυτό οικογενειακό καραβάνι με κείνον στο ρόλο του πατέρα όλων μας.

Σήμερα που υπάρχεις πια σε μια άλλη διάσταση σου λέω ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα. Ευχαριστώ ακόμη και για το γέλιο που έκανες στα υποκοριστικά ονόματα που σου έδινα. Σου λέω πως σ’ αγαπώ γιατί μου έδειξες τι σημαίνει ο ρόλος του πατέρα. Για μένα υπάρχεις και θα υπάρχεις εσαεί. Έχεις μπαρκάρει για πολλοστή φορά για κάπου μακριά δίχως τηλέφωνα και γράμματα να μας κρατούν σ’ επαφή. Όλα γίνονται μ’ ένα νεύμα προς τον ουρανό και πάμπολλες αναμνήσεις στο μυαλό.

Advertisements

Ανοξείδωτο Δέρμα

Μόλις είχαν σαλπάρει από το Ρίο Ντε Τζανέιρο. Έμεινε στην πρύμνη να θαυμάσει  ακόμη μια φορά και ν’ αποχαιρετήσει  το λιμάνι . Άναψε  τσιγάρο κι η φλόγα του αναπτήρα πυροδότησε τη φλόγα της καρδιάς του για την πόλη που άφηνε πίσω του. Πολλές φορές άκουσε να του περιγράφουν την ξεχωριστή ομορφιά της,  μα ποτέ δεν φανταζόταν την  πραγματικότητα που έζησε για έναν ολόκληρο μήνα. Μια πραγματικότητα που τα είχε όλα, όμορφα κι άσχημα. Η πόλη αυτή είχε περισσότερο από τα πάντα που ζητούσε. Εδώ και λίγα χρόνια είχε φύγει από την Ελλάδα κι είχε αφήσει το  νησί του, τη Ζάκυνθο. Οι ναυτικοί που επέστρεφαν του μιλούσαν για τις χώρες που πήγαιναν, τις πόλεις που προλάβαιναν να δουν και τους ανθρώπους που συναντούσαν. Τον ταξίδευαν, του φούσκωναν το μυαλό  για φευγιό. Η λαχτάρα να φύγει μακριά σιγόκαιγε μέσα του από μικρό παιδί .Μηχανικός αεροσκαφών ήθελε να σπουδάσει αλλά δεν τα κατάφερε κι έτσι προσγειώθηκε στο plan B, ως μηχανικός αυτοκινήτων. Όταν πριν πέντε χρόνια  τα οικονομικά του έφτασαν σε απελπιστική κατάσταση, κι ένας πελάτης του μαγαζιού, Β’ μηχανικός σε μεγάλα εμπορικά πλοία, του πρότεινε να τον ακολουθήσει, το σκέφτηκε σοβαρά. «Θα σε πάρω λαδά», του είπε, κι ο Δημήτρης σταμάτησε να σκουπίζει τα χέρια του τα γεμάτα γράσο κι έμεινε κοκαλωμένος γιατί δεν κατάλαβε γρι. «Λαδά;» επανέλαβε κι έβαλε τα γέλια. «Σε θέλω βοηθό μου» συνέχισε ο μηχανικός. Μα το Χριστό, αυτός μιλάει σοβαρά, σκέφτηκε, κι είπε μέσα του:  ας το κάνω όσο είναι ακόμη καιρός, όσο προλαβαίνω. Αεροπλάνα, αυτοκίνητα και τώρα πλοία. Ότι κι αν διάλεγε, ότι κι αν του ερχόταν στο δρόμο του, είχε να κάνει με το μέταλλο. Ήταν στο πετσί του. Δεν είναι κι εύκολο να κάνεις τέτοια στροφή στα 30 σου κι από στεριανός να γίνεις ναυτικός.  Έτσι έφυγε για πρώτη φορά μακριά από τον τόπο του και μπάρκαρε. Ήταν μόνος του  –δεν ήθελε να μπλεχτεί με γάμους και παιδιά, οι έρωτές του έρχονταν κι έφευγαν –κι έτσι η απόφαση ήταν ακόμη ευκολότερη. Πέντε χρόνια, πέντε μεγάλα ταξίδια περικυκλωμένος από τόνους μέταλλο. Γινόταν ένα με το κάθε πλοίο που άλλαζε.  Ούτε μια φορά δεν είχε επιστρέψει στην πατρίδα. Τα μάτια του ρουφούσαν τους καινούριους τόπους,  με αποκορύφωμα αυτό που περίμενε τόσο, το Ρίο. Μικρός ονειρευόταν τη στιγμή που θα έβλεπε τις όμορφες βραζιλιάνες, τις χυμώδεις, να τον τραβούν από το χέρι για να τον βάλουν στη συντροφιά τους και να τον οδηγήσουν στην έκσταση του χορού τους. Το έζησε κι αυτό τώρα που άραξαν  με το πλοίο για επισκευή. Καθώς τραβούσε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και το πλοίο ξεμάκραινε έδωσε μία υπόσχεση στον εαυτό του, να γυρίσει ξανά στο Ρίο ντε Τζανέιρο με την πρώτη ευκαιρία. Άραγε θα του δινόταν αυτή η ευκαιρία; Κι αν ναι πότε; Πέταξε τη γόπα από το τσιγάρο του στη θάλασσα κάνοντας την ευχή του κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Αι στο καλό! Τι τον έπιασε ολόκληρο άντρα. Ξεκίνησε για την καμπίνα του όταν το Ρίο Ντε Τζανέιρο έγινε ένα μικρό φως στο μάτι  κι ένα αγκάθι στην καρδιά του. Η βάρδια του άρχιζε στις 4 τα ξημερώματα. Σηκώθηκε κι αφού ετοιμάστηκε βγήκε από την καμπίνα και κατευθύνθηκε στο μηχανοστάσιο. Ο δεύτερος του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και λόγω της γρίπης που τον τυραννούσε, ζήτησε από το Δημήτρη να ξεκινήσει την επισκευή  και στην πορεία θα ερχόταν κι εκείνος. Επιτέλους, είχαν φτάσει τα σωστά ανταλλακτικά λίγο πριν σαλπάρουν κι έτσι μπορούσαν να προχωρήσουν τις εργασίες. Ένα μήνα σταματημένοι στο λιμάνι-είχαν βλάβη στη δεξιά κύρια μηχανή- δεν είχαν καταφέρει να τις ολοκληρώσουν και δεν ήταν σίγουρος αν τελικά θα τα κατάφερναν εν πλω. Πριν ανοίξει το κιβώτιο με τα υλικά που είχε αφήσει δίπλα του σκέφτηκε να προχωρήσει μία άλλη μικρότερη βλάβη και να συνεχίσει στην κύρια μηχανή μετά, μαζί με το Στράτο. Εκεί που δούλευε πυρετωδώς, ήχοι ξένοι από τους ήχους της μηχανής, ακούγονταν ανά διαστήματα. Ελαφροί , διστακτικοί ήχοι σαν χτυπήματα μιας πόρτας που ζητά ν’ ανοίξει. Μα από πού έρχονταν οι ήχοι αυτοί , αναρωτήθηκε ο Δημήτρης. Όλα ήταν από μέταλλο εκεί μέσα ενώ αυτός ο ήχος θύμιζε κάτι από ξύλο.Έβριζε θεούς και δαίμονες από την αγωνία του να προχωρήσει στην επιδιόρθωση της βλάβης, που τελικά αποδείχτηκε μεγαλύτερη απ’ ότι περίμενε, που δεν έδωσε επιπλέον σημασία στους ήχους που άκουγε. Ευτυχώς που έφτασε το κιβώτιο, μονολόγησε, και μ’ ένα λοστό το άνοιξε .Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να βρει αυτό που χρειαζόταν.Ήταν τόσο απορροφημένος, που δεν κατάλαβε πως δύο μάτια τον παρακολουθούσαν, ακολουθούσαν τις κινήσεις του σαν μπαλάκι του τένις. Άξαφνα, ένα μπαμ ακούστηκε και καπνός  έπνιξε το μηχανοστάσιο. Δεν περίμενε μία τέτοια εξέλιξη! Μία σπίθα άναψε που εξελίχτηκε σε φλόγα κι ο Δημήτρης έτρεξε ν’ αρπάξει τον πυροσβεστήρα. Η μεγαλύτερη όμως έκπληξη δεν ήταν το πρόβλημα που εμφανίστηκε αλλά το γεγονός ότι όλη αυτή την ώρα είχε έναν θεατή. Έναν θεατή που ανακαλύφθηκε από μόνος του αφού ο καπνός τον έκανε να ζαλιστεί και να πέσει μπροστά στα πόδια του. Χριστός κι η Παναγιά! Αναφώνησε βλέποντας ένα μικρό αγόρι. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα. Σάστισε προσπαθώντας να βρει τις προτεραιότητες του. Από τη μια ένα παιδί κι από την άλλη ένα πρόβλημα που ζητούσε άμεσα λύση. Ευτυχώς που τ’ αμπάρια ήταν από ανοξείδωτο χάλυβα γιατί το εμπόρευμα που κουβαλούσε το πλοίο ήταν ιδιαίτερα εκρηκτικό σε τυχόν συνάντησή του με τη φωτιά. Από μηχανής Θεός ο δεύτερος μηχανικός που κατέβαινε εκείνη τη στιγμή. Στράτο! φώναξε. Ο Στράτος ρίχνει μια ματιά στο παιδί και μια στο λαδά του το Δημήτρη και του φωνάζει να φύγει για πάνω με το μικρό. Η φωτιά είχε ήδη σβηστεί πριν καλά καλά ξεσπάσει. Ο Δημήτρης σήκωσε προσεκτικά το παιδί κι άρχισε ν΄ ανεβαίνει τα σκαλιά. Πήγε στην καμπίνα του το μικρό λαθρεπιβάτη και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο μικρός άνοιξε τα βλέφαρα και δύο μάτια στο χρώμα του σμαραγδιού αποκαλύφθηκαν. Τα μαλλιά του κατάμαυρα και μακριά. Σαν κορνίζα, σκέφθηκε ο Δημήτρης. Το σώμα του λεπτοκαμωμένο κι αδύναμο ήταν ντυμένο με κουρέλια. Από πού να ξέφυγε άραγε, από ποια φαβέλα το έσκασε; Αναρωτήθηκε. Τον άφησε να κοιμηθεί κι εκείνος πήγε στη ρεσπέτζα –το κουζινάκι του πλοίου -να του  ετοιμάσει κάτι να φάει. Τι τρώνε τα παιδιά; Ε, τώρα ότι βρω, μονολόγησε. Λίγο σαλάμι, τυρί, μπαγιάτικο ψωμί και γάλα ήταν τα καλύτερα που βρήκε. Τα έβαλε σ’ ένα πιάτο και του τα πήγε. Στο άκουσμα της πόρτας ο μικρός άνοιξε τα μάτια του και τρομαγμένος κοίταξε το Δημήτρη. Έλα, του έκανε, φαγητό. Μα πώς να το πει κι εκείνος. Μήπως ήξερε τη γλώσσα του; Σ’ αυτή την περίπτωση η καλύτερη γλώσσα είναι οι κινήσεις του ίδιου του σώματος. Γι αυτό ο Δημήτρης χαμογέλασε, προσπάθησε να γλυκάνει  τον τρόπο του και πλησίασε στο κρεβάτι. Του έβαλε το δίσκο στα ποδαράκια του και ανυπόμονος του έκανε νόημα ν’ αρχίσει να τρώει. Δειλά, δειλά ο μικρός έπιασε το ψωμί στο ένα χέρι και το σαλάμι στο άλλο. Με τα μάτια καρφωμένα στο Δημήτρη έκοβε μια μπουκιά από το ψωμί,  μια μπουκιά από το σαλάμι. Αφού έφαγε και ήπιε ο μικρός, ο  Δημήτρης τον άφησε στην καμπίνα, κλείδωσε την πόρτα και βγήκε με κατεύθυνση για τη γέφυρα . Έπρεπε να μιλήσει στον καπετάνιο το συντομότερο. «Δημήτρη έχεις μάθει πια τη διαδικασία για τους λαθρεπιβάτες, έστω και θεωρητικά» Είπε αυστηρά ο καπετάνιος. «Ναι, ξέρω καπετάνιε μου. Αλλά είναι ένα μικρό παιδί. Τι μπορεί να κάνει αν τον αφήσουμε να κυκλοφορεί ελεύθερος στο πλοίο;» «Δημήτρη ο κανόνας είναι ένας. Οι λαθρεπιβάτες μένουν κλεισμένοι σε μια καμπίνα. Όπως ξέρεις θα τον ταϊζουμε και θα τον ποτίζουμε πλουσιοπάροχα όπως λένε οι κανονισμοί μέχρι να βρούμε λιμάνι να τον αφήσουμε στις αρχές.» «Ναι καταλαβαίνω καπετάνιε» είπε ο Δημήτρης. Κατέβηκε από τη γέφυρα σκεπτικός. Ένα παιδί είναι μόνο, μουρμουρούσε συνεχώς. Είχε πλέον χαράξει η ανατολή. Την απολάμβανε πάντα ανάβοντας τσιγάρο. Το ίδιο έκανε και τώρα. Τα χρώματα στον ουρανό είναι τόσο ζωντανά όταν τα βλέπεις πλέοντας στον ωκεανό. Έγειρε κι ακούμπησε στο κρύο μέταλλο της κουπαστής με το μυαλό γεμάτο σκέψεις. Είχαν μπροστά τους καμιά δεκαριά άντε δεκαπέντε  μέρες αν έκανε άσχημο καιρό, όσο να κροσάρουν τον Αντλαντικό και να πιάσουν το πρώτο λιμάνι στην Ευρώπη, όπως είχε κανονίσει η εταιρεία. Las Palmas! Του άρεσε αυτό το μέρος. Είχε χρώμα κι ομορφιά. Με την άκρη του ματιού του εντόπισε τον Κάρλος, έναν από τους καμαρότους. Κάρλος, φώναξε  δυό φορές επίμονα κι ο Κάρλος γύρισε και χαμογελώντας άλλαξε πορεία και γύρισε προς το μέρος του. Έχουμε επισκέπτη από την πατρίδα σου, του είπε μόλις έφτασε δίπλα του. Έλα να σου δείξω. Ο Κάρλος ήταν ο μόνος που μπορούσε να επικοινωνήσει με το μικρό λαθρεπιβάτη κι ο Δημήτρης ήθελε να μάθει πως βρέθηκε στο πλοίο αν και υποψιαζόταν. Ο μικρός ξεθάρρεψε μόλις ο Κάρλος του μίλησε στη γλώσσα του. Τ’ όνομά του είναι Μπέτο, είπε ο Κάρλος. Του διηγήθηκε πως κρύφτηκε στην κούτα με τ ανταλλακτικά. Έπρεπε να φύγω από κει, πεινούσα κι ήμουν μόνος. Οι γονείς μου πέθαναν και τ’ αδέρφια μου γυρίζουν από δω κι από κει χωρίς να μου δίνουν σημασία. Δάκρυα κύλησαν από τα σμαραγδένια μάτια. Βούρκωσε κι ο Δημήτρης. Το ταξίδι συνεχίστηκε με ήρεμο καιρό. Οι δυό τους έγιναν φίλοι κι ο ένας μάθαινε στον άλλο τη γλώσσα του με τη βοήθεια του Κάρλος. Η κόντρα με τον καπετάνιο κρατούσε καλά για να μείνει ο Μπέτο στην καμπίνα του και να μην απομονωθεί όπως έπρεπε. Έτσι είχαν όλο τον καιρό  να γνωριστούν καλύτερα. Στο Las  Palmas ο Δημήτρης κατέβηκε από το πλοίο με πρωτόγνωρη χαρά κι ανυπομονησία. Θα έβρισκε ρούχα και παπούτσια για τον Μπέτο. Δεν μπορούσε να τον βλέπει με τα κουρέλια που τον είχαν βρει. Όσο κι αν τον περιποιήθηκαν το αποτέλεσμα δεν φαινόταν αφού  φορούσε και πάλι τα παλιά του ρούχα. Ο μικρός χοροπηδούσε σαν κατσίκι στην καμπίνα όσο άνοιγε τις σακούλες κι έβγαζε τα ρούχα που του είχε φέρει. Το ίδιο ήθελε να κάνει κι εκείνος από τη χαρά του για τη χαρά που πρόσφερε. Το καράβι  ξεφορτώθηκε και πήραν εντολή να γυρίσουν στη Βραζιλία. Εκεί είχε αποφασίσει η εταιρεία να συνεχίσουν τις επισκευές και τη συντήρηση του πλοίου. Εκεί θα κατέβαινε ο Μπέτο και θα τέλειωναν με την ιστορία αυτή, τόνισε ο καπετάνιος που όλο αυτόν τον καιρό δεν είχε ησυχάσει ξέροντας ότι στο πλοίο είχε έναν λαθρομετανάστη και μάλιστα παιδί! Δέκα μέρες μετά ο Δημήτρης είχε πάρει την απόφασή του. Είχε μιλήσει πολύ με το Στράτο που σεβόταν τη γνώμη του και παρότι δεν συμφωνούσαν αποφάσισε να κρατήσει τις συμβουλές του και να προχωρήσει μπροστά. Θα μετάνιωνε για τη δική του απόφαση και γι αυτό τελικά που θα έκανε κι όχι για κάτι που δεν θα τολμούσε καν. Ένα βράδυ πριν φουντάρουν στο λιμάνι του Ρίο Ντε Τζανέιρο βρέθηκαν κι οι δέκα έλληνες του πληρώματος στο σαλόνι. Άκουσαν ελληνικά τραγούδια, ήπιαν και θυμήθηκαν ιστορίες από την πατρίδα. Όλοι χτύπαγαν το Δημήτρη στην πλάτη και κουνούσαν το κεφάλι. Άλλοι για την απερισκεψία που πήγαινε να κάνει άλλοι για το θάρρος του. «Γιατί δεν γυρνάτε στην Ελλάδα τουλάχιστον», τον ρώτησε για μια ακόμη φορά ο Στράτος. «Σου είπα γιατί. Θέλω να είναι στο φυσικό του χώρο. Είναι ορφανός μην τον κάνω και ξενιτεμένο», απάντησε. Καταλαβαίνεις; O Στράτος δεν καταλάβαινε όπως κι οι υπόλοιποι, αλλά δεν τον ένοιαζε. Το είχε αποφασίσει. Θα κατέβαινε με το παιδί στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και θα τον μεγάλωνε εκεί στην πόλη του. Το Ρίο, η πόλη μάγισσα, είχε βρει τον τρόπο για να τον κάνει να επιστρέψει. Τα χρόνια που πέρασε στη θάλασσα του ήταν αρκετά. Αρκετά και με το μέταλλο στη ζωή του. Ήρθε η ώρα για να δώσει βάσει στα έμψυχα. Ο Μπέτο έφερε στο φως βαθύτερα ένστικτα που δεν πίστευε πως είχε. Το επόμενο πρωί αφού ολοκλήρωσε τα καθήκοντα της βάρδιας του στάθηκε μπροστά στο μικρό και τον ρώτησε: Listo? Έτοιμος; Ο Μπέτο κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και του άπλωσε το χέρι. Πήραν τα πράγματά τους κι αφού αποχαιρέτησαν το πλήρωμα γύρισαν το βλέμμα στο λιμάνι και φώναξαν :

Buenos Dias, Rio!!!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ε

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επόμενη Στάση Βικτώρια

victoria station athens
Next Station Victoria-Athens

Στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα του καταστήματος με τις τηλεοράσεις.
Όλες ανοιχτές γεμάτες πολύχρωμες εικόνες.
Ίδια πεταλούδα που την τράβηξε το φως ακούμπησε τις παλάμες της στη βιτρίνα και κόλλησε την άκρη της μύτης της στο παγωμένο τζάμι.
Ποια είναι αυτή που την κοιτά από μέσα;
Δεν τη γνωρίζει αυτή τη γυναίκα.
Κάνει ίδιες κινήσεις με κείνη.
Ανοιγοκλείνει τα χείλη της και χαϊδεύει κι αυτή το τζάμι.
Παγώνουν άραγε οι παλάμες της όπως οι δικές της;
Να της μιλήσει. Να πιάσει γνωριμία, ίσως μπορούν να γίνουν φίλες, σκέφτεται.
Πως γίνεσαι φίλη; Τι μπορεί να της πει;
Τη βλέπει να σκουπίζει τα μάγουλά της που γυαλίζουν.
Κάτι τρέχει από τα μάτια της.
Το ίδιο και σε κείνη.
Σταγόνες νερού, δάκρυα;
Γιατί να κλαίει η φίλη της;
Κι αυτή κλαίει. Τα μάτια της είναι θολά από το κλάμα.
Αν της πιάσει κουβέντα θα σταματήσουν να κλαίνε;
Να της πει μια ιστορία.
Οι φίλες πρέπει να λένε ιστορίες μεταξύ τους.
Να της πει τη δική της.
Έχει ιστορία άραγε; Οι ιστορίες έχουν αρχή, μέση και τέλος.
Η δική της έχει μόνο αρχή και μια ατελείωτη μέση.
Ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν, σε λίγο δεν θα την κρατούσαν.
Καλύτερα η φίλη της να την ακολουθήσει, σκέφτηκε.
Της έκανε νόημα κι η φίλη έγινε σκιά.
Πιάστηκε από το χέρι της κι αυτά σαν ένα, έπιασαν το αυτοσχέδιο καρότσι με τα λιγοστά της υπάρχοντα κι άρχισε να το τραβά αργά προς την Ομόνοια.
Το κεφάλι κατεβασμένο κι η Πατησίων να φαντάζει ανηφόρα σε βουνό.
Αυτοκίνητα ανέβαιναν προς το κέντρο κι έριχναν φως στα βήματά της.
Λιγοστός κι αλλιώτικος κόσμος στο δρόμο.
Αλλιώτικος από ποιον άραγε;
Δύο μαύροι στη γωνία μάζευαν την πραμάτεια τους. Τσάντες και θήκες για κινητά.
«Κυρία, κυρία θέλει κάτι; Έλα μαζεύουμε, πάρε, πάρε» φώναξαν και χασκογέλασαν στην εικόνα της.
Δεν έδωσε σημασία.
Άκουσε μουσική. Από κάπου έρχονταν ήχοι στ’ αυτιά της.
«Ακούς;» ρώτησε τη φίλη της.
Κούνησε το κεφάλι καταφατικά σαν και κείνη.
Κάποτε άκουγε μουσική. Τζαζ, η αγαπημένη της.
Τράβηξε μπροστά. Έλα, ψιθύρισε σ τη φίλη της κι υπάκουη εκείνη ακολούθησε.
Ένα πρεζάκι ξαπλωμένο στα σκαλιά μιας κλειστής πόρτας σήκωσε τα μάτια ψηλά.
Τόσο ψηλά που ίσα συνάντησαν τα δικά της.
Άνοιξε την παλάμη του μηχανικά και σήκωσε λίγο το χέρι του.
Δεν άντεξε το βάρος του και το έριξε μαζί με το βλέμμα του πίσω στα σκαλιά.
Συνέχισε να προχωρά.
Μια καλοντυμένη νέα γυναίκα ερχόταν προς το μέρος της σπρώχνοντας ένα παιδικό καροτσάκι.
Το βήμα της νευρικό, γρήγορο, σχεδόν φοβισμένο.
Σσσσσσσσσς έκανε.
Το κλάμα του μωρού που ακούστηκε από το καροτσάκι την τράβηξε σαν μαγνήτης.
«Έλα», έκανε στη φίλη της. «Ένα μωρό».
Ένιωσε το κεφάλι της να καίει και τα μάτια της να τρέχουν ξανά.
Άφησε το καρότσι που τραβούσε να γλιστρήσει από τα χέρια κι έτρεξε προς το μωρό.
«Μη!» Ακούστηκε η γυναίκα.
«Μην πλησιάσεις θα φωνάξω».
«Μαρία, τρομάζεις το μωρό», γύρισε κι είπε στη φίλη της αργά.
Η γυναίκα βρήκε ευκαιρία και τρομαγμένη έτρεξε, σπρώχνοντας το καροτσάκι με το μωρό μακριά της.
Κοίταξε τη φίλη- σκιά απορημένη.
«Πάμε» της είπε και συνέχισαν.
Έφτασε στο σταθμό του τρένου στην Ομόνοια και στηρίζοντας το καρότσι της στις κυλιόμενες σκάλες αφέθηκε στη διαδρομή τους. Ελάχιστοι κατέβαιναν στο σταθμό την ώρα αυτή.
Μία στάση ήθελε μέχρι το σπίτι.
Το τωρινό της σπίτι που σήμερα δεν θα πήγαινε μόνη της, είχε παρέα, τη νέα της φίλη.
Το τρένο έφτασε άδειο. Είναι το τελευταίο τρένο της ημέρας.
Μπήκε μέσα κι έκανε νόημα με το χέρι στη φίλη της να την ακολουθήσει.
Κάθισε σε μία θέση στο παράθυρο κι έβαλε τη σκιά απέναντί της γέρνοντας κι οι δύο το κεφάλι τους στο πλάι με τα μάτια κλειστά.

«Μαρία, Μαρία, άσε το μωρό μην το τραβολογάς μαζί σου στην Αθήνα».
«Έλα βρε Γιώργο τι θα πάθει, άσε να τον έχω μαζί μου, παρέα. Θα πάρουμε το τρένο και θα κατέβουμε Ομόνοια. Το ΙΚΑ δεν είναι μακριά. Σ’ ένα δίωρο θα είμαστε πίσω».
«Πάρε τουλάχιστον ταξί. Είναι πιο εύκολο και σίγουρο μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά», συνέχισε ο Γιώργος.
Το παιδί, ένα αγοράκι 4 ετών άνοιξε τα χεράκια του στη Μαρία και κλαψουρίζοντας,της τραβούσε το φόρεμα, ζητώντας επίμονα αγκαλιά.
Η Μαρία χαμογέλασε πλατιά και τον σήκωσε ψηλά.
Βολτούλα αγάπη μου, ναι ,με τη μανούλα, του είπε.
Το αγοράκι άρχισε να γελά και να της ανακατεύει τα μαλλιά.
Φίλησε πεταχτά το Γιώργο, πήρε το χεράκι του μικρού στο δικό της και βάζοντας ανάλαφρα την τσάντα στον ώμο βγήκε.
Ο Γιώργος πίσω, της φώναξε να πάρει το καρότσι, αλλά ήταν ήδη αργά, είχε κατέβει τις σκάλες.
Πάρκαρε το αυτοκίνητο στο κέντρο του Πειραιά και με τον μικρό να περπατά δίπλα της κατευθύνθηκε στο τρένο.
Ήταν χαρούμενη που τον είχε στο πλάι της. Το παιδί αυτό ήταν όλη της η ζωή και τώρα που μεγάλωνε γινόταν ο μικρός της καβαλιέρος σε ότι έκανε.
Ο μικρός ξετρελάθηκε με τις εικόνες από τα σπίτια και τα δέντρα που έτρεχαν μαζί με το τρένο.
Κάθε φορά που έμπαινε σε τούνελ και μαύριζαν όλα γύρω του ο Δημητράκης έσφιγγε τη μαμά του κι έκλεινε τα ματιά σφιχτά.

Η Μαρία του χάιδευε και του φιλούσε το κεφάλι, ενώ του χτυπούσε την πλάτη απαλά μόλις έβγαιναν στο φως κι εκείνος κόλλαγε τη μύτη στο τζάμι ξανά.
Στη στάση Αττική μπήκε κόσμος πολύς. Περισσότερος από τις προηγούμενες.
Η θέση απέναντί τους άδειασε και μία παχουλή, μεσήλικη γυναίκα έτρεξε και θρονιάστηκε μ’ ένα ξεφύσημα χαράς για την ανέλπιστη τύχη της.
Τα μαλλιά της κοντά και χτενισμένα με ατίθασα μπουκλάκια που κόλλησαν στο μέτωπό της από τον ιδρώτα.
Το χαμόγελό της έδινε μία παιδική χροιά στο ελαφρώς ρυτιδωμένο της πρόσωπο.
Μετά το πρώτο ξεφύσημα και την τακτοποίηση της φαρδιάς της λεκάνης στην καρέκλα ήρθε η ώρα για να διασκεδάσει τη διαδρομή. Το αγοράκι της Μαρίας της τράβηξε την προσοχή κι άρχισε να του λέει γλυκόλογα και να του πετά χαμόγελα.
Ο μικρός της ανταπέδωσε το χαμόγελο κι άρχισε να της δείχνει με το χεράκι του έξω από το παράθυρο, σαν όλα αυτά που έβλεπε να ήταν δική του ανακάλυψη.
Επόμενη στάση Βικτώρια, ακούστηκε από τα μεγάφωνα του συρμού κι ένα δυνατό, απότομο τράνταγμα τους έβγαλε όλους από τις σκέψεις τους.
Κεφάλια πήγαν κι ήρθαν και σώματα ταρακουνήθηκαν.
Ο μικρός έπεσε στην αγκαλιά της μαμάς του κι άρχισε να γελά ευτυχισμένος που το τρένο έπαιζε παιχνίδια μαζί του.
Η Μαρία τον μάλωσε που ήταν όρθιος και του είπε ότι έπρεπε να καθίσει κανονικά στην καρέκλα του, αλλιώς δεν θα τον έπαιρνε ξανά μαζί της.
Αναστέναξε που ευτυχώς δεν είχε πέσει κάτω ο μικρός και γύρισε το κεφάλι της μπροστά.
Μία ομάδα επιβατών άρχισε να φωνάζει :
«Κάντε πέρα, λίγο νερό. Τρίψτε του τα χέρια. Τρέχει αίμα εδώ», ανακατεύονταν οι φωνές.
Η Μαρία. κοίταξε μια το μικρό της και μια προς τους μαζεμένους επιβάτες, ζυγίζοντας την κατάσταση.
Είναι νοσοκόμα κι αυτό δεν μπορούσε να το ξεχάσει ούτε λεπτό στην καθημερινή της ζωή πόσο μάλλον τώρα που κάποιος είχε την ανάγκη της.
«Μου τον προσέχετε για ένα λεπτό παρακαλώ; Ρώτησε τη γυναίκα που καθόταν απέναντί τους. «Μετά χαράς χρυσό μου», απάντησε η γυναίκα και για του λόγου το αληθές άλλαξε θέση και πήγε δίπλα στο μικρό. Το αγοράκι, κοίταξε προς τη μαμά του που σηκώθηκε πάνω κι έτρεξε στο κέντρο του βαγονιού.
Ο νεαρός που ήταν πεσμένος στο πάτωμα, είχε χτυπήσει το κεφάλι του από το τράνταγμα και το απότομο σταμάτημα του τρένου κι αιμορραγούσε.
Όλα έγιναν αστραπιαία από κείνο το λεπτό και μετά.
Το τρένο είχε φτάσει στη στάση.
Κόσμος σπρωχνόταν να βγει και κόσμος να μπει. Εκείνη με δύο άλλους άντρες, που έμειναν μαζί της για βοήθεια, πάλευαν να βρουν και να μιλήσουν με κάποιον στο σταθμό που θα τους βοηθούσε για να βγάλουν το χτυπημένο νεαρό.
Η Μαρία γυρνούσε ανήσυχη κι έβλεπε το μικρό της στο πλάι της κυρίας.
Για μια στιγμή μονάχα βγήκε στην αποβάθρα του σταθμού όταν είχαν βρει πλέον τον άνθρωπο που θ’ αναλάμβανε το νεαρό και θα περίμενε το ασθενοφόρο που κάλεσαν. Μπαίνοντας ξανά στο βαγόνι η ματιά της έπεσε στην κυρία που κρατούσε το μικρό της και τώρα φώναζε και ούρλιαζε :
«Μου έφυγε απ’ τα χέρια. Ορκίζομαι δεν τον πρόλαβα»
Η Μαρία την έπιασε από τα μπράτσα κι άρχισε να την ταρακουνάει « Που είναι ο γιος μου; Πες μου. Σε παρακαλώ».
«Μου γλίστρησε από τα χέρια. Σε είδε που βγήκες έξω κι έτρεξε πίσω σου πριν προλάβω να τον πιάσω».
Η κυρία έκλαιγε μ’ αναφιλητά.
Η Μαρία κοκάλωσε από το σοκ και για δευτερόλεπτα έχασε τον κόσμο γύρω της.
Ο ήχος από το κλείσιμο των θυρών του τρένου την επανέφερε στη σκληρή πραγματικότητα και με μία κίνηση έκανε να βγει από το τρένο μα ήταν πια αργά.
Η Μαρία λιποθύμησε από το σοκ κι όλα έσβησαν γύρω της.

Επόμενη στάση Βικτώρια, άκουσε τη γνωστή φωνή ν’ αναγγέλλει μέσα από τον ύπνο της.
Έπρεπε να κατέβει. «Έλα», είπε στη φίλη της σκιά.
Το ίδιο πάντα κάθε μέρα.
Μετά την εξαφάνιση του γιου της εξαφανίστηκε κι η ίδια.
Από τον άντρα της, το σπίτι της, τους δικούς της. Αποφάσισε να μείνει στους δρόμους και να ψάχνει, μισότρελη πια από τον πόνο.
Σπίτι της πια η αποβάθρα της Βικτώρια. Να ναι καλά ο σταθμάρχης που έκανε τα στραβά μάτια κάθε βράδυ και την άφηνε μέσα συγκινημένος από την ιστορία της.
Ο καιρός περνούσε με την ίδια ελπίδα που στο τέλος έγινε τρέλα, μανία.
Θα έβρισκε το μικρό της στο σταθμό που τον έχασε.
Δεν άντεχε άλλο.
Δεν ήθελε άλλο να ζει αν δεν υπήρχε κι αυτός.
Τράβηξε το καρότσι στα δεξιά της αποβάθρας. Έστρωσε ότι είχε βρει στα σκουπίδια κι έπεσε πάνω τους.
Εκεί κουλουριάστηκε όλη τη νύχτα, σε στάση εμβρύου, αγκαλιά με τη σκιά.
Όλη νύχτα έλεγε και ξανάλεγε την ιστορία χωρίς τέλος στη φίλη της .
Ο ήχος του πρώτου τρένου τη βρήκε με τα μάτια να γυαλίζουν.
Ή τώρα ή ποτέ, μονολόγησε. Εσύ θα με βοηθήσεις να δώσω τέλος, είπε στη φίλη της.
Περπάτησε μέχρι την άκρη. Το τρένο πλησίαζε. Έγειρε το κορμί της μπροστά.
Τώρα, είπε στη σκιά της. Ένα βήμα είναι μόνο.
Ένιωσε το χτύπημα στην πλάτη και το σώμα της βαρύ έπεφτε στις γραμμές.
Τα φώτα του τρένου φώτισαν τα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής της, ενώ ένα όνομα αντήχησε και κάλυψε το απότομο φρενάρισμα του τρένου.
Μάρκο.

E Writinks

Αν Θέλεις Μείνε

Φωτό E Writinks

Μέτρησες καμιά φορά τα σ’ αγαπώ που άκουσες στη ζωή σου; Τα σε θέλω;  Σπύρος είπαμε; E, για μένα που λες Σπύρο, είναι εύκολο. Μηδέν.  Στη ζωή μου άκουσα κυρίως το “δεν σ’ αγαπώ” και το “δεν σε θέλω”.  Τα ξερνούσαν πάνω μου σα λιωμένη πικρή καραμέλα.  Ήταν γλυκόπικρα λόγια. Ναι, έτσι τα θυμάμαι. Αν τους μίσησα;  Κάπου προσπάθησα να τους δικαιολογήσω, ίσως μάλιστα και να τους κάνω να με αγαπήσουν. Έλεγα μέσα μου πως δεν μπορούν να δώσουν κάτι που δεν έχουν. Δεν ξέρουν πως.   Εκτόξευαν τις λέξεις τους κι έμεναν πιο άδειοι από πριν, σαν αφυδατωμένα κουφάρια αδειάζοντας κι εμένα μαζί. Τους κοιτούσα κι έβλεπα μόνο  ξεδοντιασμένα στόματα που δεν μπορούσαν να  συγκρατήσουν τίποτα.  Αν είχαν δόντια, σκεφτόμουν, ίσως να συγκρατούσαν τα ΔΕΝ τους πριν με πυροβολήσουν. Ξέρεις κάτι; Ζούσα με ελεύθερους σκοπευτές τελικά. Όπλιζαν κι άδειαζαν  πάνω μου  κατά βούληση.  Να έτσι. Το μάτι στο στόχαστρο, τραβούσαν τη σκανδάλη και μπαμ. Έτσι έμαθα να κρύβομαι, για να σωθώ από τα συναισθήματά μου. Σε τρομάζω; Δεν τρελάθηκα ακόμη. Να ηρεμήσω; Μου ζήτησες να σου μιλήσω κι αυτό δεν με ηρεμεί. Θα μ’ ακούσεις λοιπόν κι ίσως τότε σε ρωτήσω αυτό που θέλω, ίσως πάλι όχι. Μη βιάζεσαι, μην προσπαθείς να  απαντήσεις τώρα.  Διαβάζω τα χείλη σου όπως έκανα και με των άλλων στην προηγούμενη ζωή μου. Mου μιλούσαν και δεν τους άκουγα με τ’ αυτιά. Το πιστεύεις; Με τα μάτια τους άκουγα. Προσπαθούσα να διαβάσω τι μου λένε κι όσο να τους καταλάβω ο πόνος από την κακία τους αργούσε να φτάσει στο στόχο του. Τους κοιτούσα στα χείλη που στρογγύλευαν λες κι έπρεπε να χωρέσουν μπουκιά που δεν καταπινόταν. Μα δε νοιάζονταν αν για μένα τα λόγια τους θα ήταν η «μεγάλη μπουκιά» που δεν θα κατάπινα ποτέ. Με βλέπεις δυό χρόνια είπες. Κι εγώ εσένα. Αλλάζουμε βάρδιες στα παγκάκια, ενοικιαστές χωρίς νοίκι και χωρίς ταβάνι.  Γυρνάμε γύρω -γύρω σαν τους δείκτες του ρολογιού μόνο που εμείς δεν στεκόμαστε πουθενά. Δεν ξέρεις τίποτα για μένα κι ούτε εγώ για σένα. Δεν ξέρω καν αν θέλω να σε μάθω κι απορώ γιατί μου το ζητάς εσύ. Το βλέμμα σου όμως κι αυτό το κονιάκ που μου βαλες κάτω από τη μύτη φταίνε. Με κάνουν να θέλω να μιλήσω. Μπούκωσα στη σιωπή μου, νισάφι πια. Είναι που δεν μιλάει κι αυτή η γούνα. Ξέρεις πόσες τη ζήλεψαν όταν ήμασταν κι οι δυό φρέσκιες και κυκλοφορούσαμε στα μεγαλεία; Τώρα παίζει σε πολλά ταμπλό. Όπως κι αυτή η τσάντα που έχει όλα μου  τα υπάρχοντα. Έλα, δώσε μου μια γουλιά ακόμη. Δυνατό είναι το άτιμο. Και μια ρουφηξιά από το τσιγάρο σου για ν’ ανασάνω. Έτσι. Ποιος να μου ‘λεγε πως θα άφηνα πίσω μου τη χλιδάτη ζωή και θα μοιραζόμουν παγκάκι, ποτό και τσιγάρο μ’ έναν άγνωστο. Τι σιχασιά, κοίτα που κατάντησα και δεν με νοιάζει. Χμ! Λοιπόν, τι λέγαμε. Α! για τα όμορφα λογάκια που άκουσα στη ζωή μου, ναι. Το πρώτο ΔΕΝ που λες, μου το πε ο πατέρας μου και με το τέλος της φράσης του μας τέλειωσε κι αυτός.  Ειλικρινής από τους λίγους. Τι χρειάζεται άλλωστε αυτή η ζωή μου λες;  Ειλικρίνεια πρώτα και πάνω από όλα. Σωστά; Χαίρομαι που συμφωνείς. Μεγάλη πια, μου το ανακοίνωσαν ο πρώτος κι ο τρίτος άντρας μου. Σμίγεις τα φρύδια. Ε, άντρας δεν είσαι; Και γιατί παρακαλώ η αποδοκιμασία; Αν ήμουν φίλος σου θα σου ακουγόταν φυσιολογικό, είμαι σίγουρη. Ο δεύτερος σύζυγος μας άφησε χρόνους πριν προλάβει να το ξεστομίσει. Κάτι πήγε να πει στα τελευταία του μα γύρισα το κεφάλι για να μην διαβάσω τα χείλη  του. Για χρόνια αναρωτιόμουν αν έκανα καλά. Να, γι’ αυτό, που γύρισα το κεφάλι.  Φρόντισε όμως ο άτιμος να με διαφωτίσει. Κανόνισε τετ α τετ συνάντηση σ’ ένα μου όνειρο. Μην γελάς, άκου. Περπατούσα λέει νύχτα σ’ ένα δρόμο μ’ ελάχιστο φως. Άξαφνα στο βάθος διακρίνω  έναν άντρα  να  περπατάει προς το μέρος μου. Όσο πλησιάζει μου φαίνεται όλο και πιο γνωστός. Κοιταζόμαστε κι αναγνωρίζω τον Παύλο. Έτσι τον έλεγαν. Κάνω να πάω προς το μέρος του. Χαμογελάω με χαρά και λαχτάρα που τον ξαναβλέπω. Το ύφος του όμως, τι να πω! Σκληρό, αγέλαστος.  Δεν θύμιζε τον Παύλο που ήξερα. Ξαφνικά σηκώνει το χέρι του, να, έτσι κι έπειτα την παλάμη του και τον ακούω να λέει:  “STOP. Μείνε εκεί που είσαι”. Ανατρίχιασα .Έμεινα να τον κοιτάζω με σβησμένο χαμόγελο. Ένιωσα πως φύσηξε κάτι σαν κρύος αέρας και τύλιξα τα μπράτσα μου με τα χέρια μου. Νομίζω το σώμα του έβγαζε κρύο. Μέχρι κι η φωνή του αν τη ζωγράφιζα θα είχε πάγους. Για πρώτη φορά μου έδειξε πως δεν σήκωνε πολλά πολλά. Τι σου λέω ε; Όσο ζούσε η αλήθεια είναι πως έκανε ότι κι όπως το ήθελα εγώ. Πήρα θάρρος μόλις έφερα το ζωντανό Παύλο στο μυαλό μου κι έκανα να τον παρακούσω. Προχώρησα. Τότε μίλησε ακόμη πιο σκληρά και μου είπε: «Έχω ησυχάσει πια από σένα». Μου γύρισε την πλάτη και χάθηκε.  Παράξενο. Τώρα που στο διηγούμαι καταλαβαίνω πως ήταν η μόνη φορά που άκουσα με τ’ αυτιά κι όχι με τα μάτια. Κι αυτό με πόνεσε πολύ. Είχε δίκιο να ψάχνει την ησυχία του μακριά από μένα. Είχε δίκιο ακόμη κι αν το μακριά ήταν στον Άλλο Κόσμο. Όσο ζούσαμε μαζί δεν του χα δώσει και πολλά. Παρ’ όλα αυτά, ξέρεις, μέσα μου έλεγα πως όποιος ανεβαίνει εκεί ψηλά γίνεται καλύτερος, ίσως κι αγνός. Έλεγα πως αυτοί που φεύγουν, αν όντως μπαίνουν σ΄ αυτήν την άλλη την  ανώτερη ζωή θα μπορούν να συγχωρέσουν αυτούς  που αφήνουν πίσω για ότι τους έχουν κάνει.  Μάλλον δεν γίνεται έτσι ε; Ο Παύλος ήταν καλός όσο ζούσε. Τον έλεγα άγιο και τσαντιζόταν. Περίμενα πως εκεί πάνω θα του φορούσαν φωτοστέφανο. Ήμουν σίγουρη ότι θα συγχωρούσε τους πάντες και τα πάντα εδώ κάτω. Μα πως ζητούν από μας που μένουμε πίσω να συγχωρούμε αυτούς που φεύγουν; Εμείς παραμένουμε σ’ αυτά που ξέρουμε, που είμαστε και που έχουμε. Καλά ας μην δένουμε το τι έχουμε βέβαια. Βλέπεις,  βεγγέρα σε παγκάκι κάνουμε. Πως έφυγε ο Παύλος; Στα καλά καθούμενα, από καρδιά. Ήρεμα κι ήσυχα.  Ήταν ο μόνος από τους τρεις που είχα αγαπήσει πραγματικά κι ο μόνος που έφυγε από μόνος του. Μην μου πεις πως το κατάλαβα αργά. Το ξέρω. Μου στοίχισε.  Πάει, πέρασαν πια.

Ψύχρα έβαλε ε;  Κι είναι μόνο Οκτώβρης. Μην κοιτάς τη γούνα έχασε πια τη ζεστασιά της. Δεν κρατάει πολλά. Την τσάντα θ’ αγκαλιάσω. Δίκιο έχεις. Το αγορίστικο κεφάλι μου είναι το πρόβλημα. Βλέπεις μαλλί; Μια σπιθαμή.  Τους τράβηξα ψαλιδιά πριν κάποιους μήνες. Μη γελάς. Είχα πάρει πρέφα πως με κοροϊδεύατε για το μακρύ μαλλί. Γκριζομάλλα Ραπουνζέλ δεν με λέγατε;  Ναι κρύψου πίσω από το κονιάκ! Πόσο με κάνεις, για πες; Μην είσαι ευγενικός δεν χρειάζεται. Δώσε μου πρώτα μια γουλιά ακόμη. Άσε μην ψάχνεις, θα σου πω εγώ. 60.  Κι εσύ τόσο πρέπει να σαι. Σωστά; Καλά κρατιέσαι. Πέρυσι τέτοια εποχή τα πάτησα. Εκεί που περπατούσα έπεσα σ’ έναν καθρέφτη και μου το πέταξε φτυσιά στο τσαλακωμένο μου πρόσωπο. Τραβούσα με δύναμη θυμάμαι τα μαλλιά και προσπαθούσα να τα στερεώσω πίσω από τα αυτιά. Έμοιαζα με γριά μάγισσα. Γι αυτό τα έκοψα. Πως;  Ζητιάνεψα ένα ψαλίδι από τη μαύρη που έχει τα extensions στη γωνία του δρόμου. Κράτησε τα μαλλιά και μου έδωσε κάποια χρήματα για να φάω. Με σιχαινόμουν και μου το είπα έτσι ξερά. Αηδίασα με τη φάτσα μου, μ’ αυτή την εξαθλίωση που είχα πάνω μου και της είπα ΔΕΝ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ κουκλίτσα μου. Αυτό το  τελευταίο «ΔΕΝ» ειδικά, μου έπεσε, πώς να το πω, πιο βαρύ απ’ τ’ άλλα. Λίγο το χεις να σ’ απαρνιέται ο εαυτός σου; Έχεις φτύσει τον καθρέφτη σου; Εγώ ναι. Του έριξα ένα χεσίδι που ήταν όλο δικό του. Σούζα τον κράτησα όπως είχα και τους ανθρώπους γύρω μου.  Κι έπειτα τον έσπασα. Δες με μωρέ έχει πλάκα. Όποτε το λέω σηκώνω και τη μπουνιά μου και τον σπάω ξανά. Μη φοβάσαι δεν πάει σε σένα η μπουνιά. Το ‘κανα όμως. ΤΟ κανα κι ησύχασα από δαύτον. Έτσι για να είμαι σίγουρη πως δεν θα έχω άλλα πάρε δώσε μαζί του ποτέ ξανά. Και δεν είχα. Λες να μ’ εκδικηθεί; Εφτά χρόνια γρουσουζιάς θα ναι αυτά. Δεν είναι λίγα! Μην στραβομουτσουνιάζεις, δεν περιμένω να σωθώ. Απορώ πως το έκανα όμως, εγώ η προληπτική! Λες και θα τέλειωνα με δαύτους. Τα πάντα γίνονται καθρέφτης. Τα μάτια σου είναι τώρα ο καθρέφτης μου μόνο που δεν θέλω να τα σπάσω. Χαμογελάς ε; Ωραίο πράγμα. Τέλος πάντων, μέσα στο θυμό του ο άνθρωπος κάνει πολλά κι εγώ από θυμό δόξα τω Θεώ, σακιά ολόκληρα. Θεός, που τον θυμήθηκα. Ξεχασμένη μ’ έχει και καλύτερα έτσι. Μπορεί βέβαια να πει πως Τον ξέχασα εγώ πρώτη.  Ε, δεν θα βάλουμε τον κόμπο τώρα! Δεν έχω όρεξη για εξηγήσεις, τ’ ακούς; Καλά δεν φωνάζω μην κάνεις έτσι. Είναι νύχτα δίκιο έχεις. Ποιος να μας ακούσει εδώ με τόσα δέντρα γύρω μας μου λες; Πριν μείνω στους δρόμους δεν είχα δει ποτέ τα πάρκα της πόλης. Στα μαγαζιά πήγαινα και στα εμπορικά. Κανονικά θα έπρεπε να τα έχω φάει με το κουτάλι όπως κάνουν όλες οι καλές μανάδες. Κλείσε το στόμα σου, μην απορείς. Δώσε μου μια γουλιά ακόμη. Ναι είμαι μάνα αλλά σίγουρα όχι καλή. Εδώ το κατάλαβα. Στα παγκάκια. Για να είμαι εδώ, να τριγυρνώ άστεγη, πεινασμένη και βρώμικη ενώ έχω δύο παιδιά, ε τότε κάτι έχω κάνει πολύ στραβά φίλε μου.  Κανένα τους δεν μ’ έχει ψάξει. Τα’ ακούς; Όχι, μην προσπαθείς να με παρηγορήσεις. Μ’ αηδιάζουν οι παρηγοριές και τα κλαψουρίσματα. Τώρα ψάχνω την αλήθεια. Τίποτα άλλο. Είμαι σίγουρη πως κι εκείνα ψάχνουν τη δική τους αλήθεια όσο πιο μακριά μπορούν από μένα. Κι εγώ μακριά τους έτρεξα. Δεν μιλώ για τώρα αλλά για τότε που τα άφησα στον πατέρα τους, στον πρώτο μου άντρα κι έφυγα με τον Παύλο. Ξέρεις ότι ο Παύλος τα κέρδισε; Ναι, ήταν μαγικό πως τα κατάφερε. Δεν το κατάλαβα ποτέ. Ίσως ήταν που τους έδειξε αγάπη. Ο τρίτος άντρας μου δεν ήθελε ούτε να ξέρει πως υπάρχουν κι εγώ του έκανα το χατίρι. Ξέχασα πως τα έφερα στη ζωή. Φοβόταν μην τυχόν κι έπρεπε να τους αφήσει την περιουσία του. Τελικά την έφαγε όλη μόνος του ο τσιγκούνης κι ησύχασε. Πτώχευσε κι είπε πως του έφταιξα εγώ. Κατσικοπόδαρη μ’ έλεγε. Ακούς; Τι γέλιο! Δεν μπορώ να κρατηθώ. Τη δική του μαλακία την έριξε πάνω μου. Πτώχευσε και τότε άρχισε τις γλύκες για να τον βοηθήσω μ’ ένα κτήμα που είχα. Τον στόλισα από πάνω ως κάτω και τον παράτησα στην κατρακύλα του. Τι έκανα; Πούλησα το κτήμα κι έζησα καλά μια πενταετία. Μια στραβή επένδυση όμως, και να μαι τώρα εδώ. Δώσε μου το μπουκάλι. Θέλω να πιω. Μην με σταματάς δεν σου πέφτει λόγος αν το κατεβάζω σαν νερό. Θα βρεις κι άλλο έτσι δεν είναι; Τι το μουρμουράς; Σ’ έχω δει να το κλέβεις από την κάβα που σου δίνουν φαγητό. Δώσε μου. Αλλιώς θα τους τα πω όλα. Κουράστηκα να μιλάω. Κουράστηκα να σκέφτομαι και να θυμάμαι. Κρυώνεις; Εσύ τρέμεις. Να πάρε αγκαλιά την τσάντα μου κι εγώ θα πάρω το μπουκάλι σου. Φοβάσαι; Εγώ όχι. Είμαι ελεύθερη. Δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν. Ότι κάνω το κάνω για μένα γιατί το θέλω εγώ. Πριν ήθελα απλά να φαίνομαι στους άλλους. Φοβόμουν να βγω από το κοπάδι. Έμενα μαζί τους στην πολυτελή φυλακή μας. Εδώ όμως, κοίτα με, ανοίγω τα χέρια και χάνω το μέγεθος της αγκαλιάς μου. Μένει άδεια; Tο προτιμώ. Εκεί τη γέμιζα με  σκουπίδια. Αυτό λες εσύ φυλακή; Εδώ; Δεν ξέρω για σένα. Ίσως να μην περίμενες να σου συμβεί ποτέ. Δίκαιο. Εγώ την επέλεξα. Νομίζεις δεν είχα λύσεις; Θα ζητιάνευα σε κάποιον γνωστό ή από κείνους τους φίλους και θα βολευόμουν. Κουράστηκα να βολεύομαι και να μπαίνω σε κουτιά που δεν χωράω.  Τελειώνει και το ποτό. Ένα δάχτυλο έμεινε. Αν το πιω μόνη μου θα αποδείξω όλα όσα σου έλεγα μέχρι τώρα. Θ’ αποδείξω πως υπάρχω  για την πάρτη μου.  Σωστά; Όμορφα μάτια έχεις, αγέραστα. Δεν μπορώ να σε βλέπω να τρέμεις. Ποια ερώτηση θες; Άστη. Έλα εδώ. Γέμισε αυτή την αγκαλιά να ζεσταθούμε. Μπορείς να μείνεις όσο θέλεις. Δεν υπάρχει χρόνος. Οι δείκτες δεν θα σταματήσουν πουθενά. Θέλεις;

Ε.ΜΠ.

Για τη Γυναίκα Πολεμιστή αυτού του Κόσμου (Ετέλ Α.)

Πόσο θα ήθελα να σου μοιάζω.
Ν’ ακολουθώ και να στηρίζω τα βήματα στο δρόμο που ανοίγεις μέσα από τα πυρά της εποχής. Θα ήσουν αυτή που είσαι αν δεν γεννιόσουν εκεί που γεννήθηκες; Δεμένη η γυναίκα με την πόλη της. Γεννιέται, ζει και πεθαίνει μέσα σ’ αυτή ακόμη κι αν ταξιδεύει μακριά όπως εσύ, Γυναίκα Πολεμιστή. Κουκούλι γίνεται η γενέτειρα κι αιχμαλωτίζει σώμα, καρδιά και μυαλό. Το ίδιο δεν έγινε και με σένα; Έφυγες ποτέ πραγματικά από την πληγή σου; Όσο μακριά κι αν βρίσκεσαι η πόλη σου είναι μαζί σου. Για χάρη της έγινες αυτό που είσαι σήμερα. Μια γυναίκα με φτερά. Μια γυναίκα που πετά μακριά, με τις φτερούγες βαριές από την πόλη που κουβαλά μαζί της. Έγινε ο προορισμός και το ταξίδι σου. Δεν την άφησες ποτέ. Όσο μακριά κι αν βρίσκεσαι τόσο βροντοφωνάζεις πως η ζωή δεν είναι εκεί έξω, μα σε κάθε γωνιά της πόλης σου. Το μέσα, το έξω, όλα εκεί.

H γυναίκα είναι αδάμαστη, γράφεις Ετέλ. Μιλάς για όλες και για σένα, είναι φανερό.
Αδάμαστη ψυχή. Αχόρταγο μυαλό που αποζητά να κατακτήσει τον κόσμο και το άπιαστο νόημά του. Μια Ακόρεστη λαχτάρα να γεύεσαι τον έρωτα των ταξιδιών σου.
Κι όμως λες πως δεν αλλάζουν τίποτε. Μηδενίζεις τα ταξίδια που έθρεψαν την ελευθερία του μυαλού σου. Αυτά που γίνονται η μήτρα που γεννά όλο και περισσότερη αγάπη για την πατρίδα που παλεύεις να σώσεις. Κύκλος η πατρίδα, η πόλη και εσύ στο κέντρο γυναίκα, ένα μικρός αυτόνομος κύκλος.
Πόσοι δεν βλέπουν τον κύκλο της γυναίκας που δίνει ζωή στη δική τους ζωή! Έκοψαν το ψηλό βουνό που κήρυξε Εκείνος ως θρόνο της, την κατέβασαν και την ποδοπάτησαν.
Έκαναν τα πάντα για να χάσει το άρωμα του ρόδου που την τυλίγει.
Στέλνουν στα τάρταρα τη δύναμή της και φτύνουν μπροστά στην αδάμαστη ψυχή της. Γυναίκα και Πόλη. Κατακτημένες κι οι δυό. Μια κατάκτηση που γίνεται αναπόφευκτη, σε μάχες σώμα με σώμα.
Ο κατακτητής γίνεται κατακτημένος κι ο αέναος κύκλος κλείνει κι ανοίγει συνεχώς στο ίδιο αιματηρό χαρακτηριστικό μοτίβο.
Μικρές και μεγάλες οι μάχες μα ποτέ αδιάφορες και ποτέ χωρίς απώλειες.

Η ευτυχία είναι μόνον εφήμερη, λες.
Το εφήμερο έχει τη δύναμη να μαγεύει, ακριβώς γιατί είναι εφήμερο.
Αν ήταν συνεχόμενο, καθημερινό, θα ήταν ίδιο από τα ίδια, άδειο από τη λαχτάρα της προσμονής του αύριο που ζητάει να γεμίσει.
Σου λείπει η καθημερινότητα Γυναίκα Πολεμιστή;
Μα είσαι ερωτευμένη με την ελπίδα, το νέο και τις άπιαστες στιγμές ευτυχίας.

Ανοίγεις δρόμο στις ανάγκες της ψυχής σου. Είσαι εκεί έξω και δεν αφήνεις τίποτα να κοιμηθεί, τίποτα να ξεχαστεί. Για σένα, για μας!
Γιατί Τίποτα δεν είναι μάταιο παρά μόνο το ίδιο το τίποτα.

Ε.ΜΠ.

Το Σπίτι που Μιλούσε

Το κοίταζα. Σαν χαζός. Καθόμουν έτσι, σαν χαζός και κοίταζα το σπίτι. Ξαφνικά το κατάλαβα. Όταν συνήλθα. «Τί έγινε, ρε φίλε;», είπα μέσα μου, «εγώ άλλαξα μυαλά, ή ο κόσμος όλος ήρθε τούμπα μέσα σε μια νύχτα;» Δεν περίμενα απάντηση. Δεν μ’ ένοιαζε, φυσικά… Απλά αναστέναξα, ανακουφισμένος. Ήμουν μόνος. Τα ‘φερε η μοίρα, που να μην τα ‘φερνε και βρέθηκα για πρώτη φορά μόνος μου στο μαγαζί μου. Πρώτη φορά που μπορούσα, που λέει ο λόγος,  να χαρώ κι εγώ ένα καφέ απ’ τα χέρια μου, μια στιγμή  απ’ τη ζωή μου. Και, κοίτα να δεις τώρα, αυτό που ονειρευόμουν χρόνια, να γίνεται έτσι ανάποδα… Πώς τα φέρνει, ρε φίλε,  η τύχη, ο Θεός, όπως θέλεις πες το… Πώς τα φέρνει, ανάθεμα τη ζωή μου… Όλη τη νύχτα έτσι. Μόνος. Στήλη άλατος. Να  κοιτάζω το σπίτι, το στοιχειωμένο απέναντι και να παραμιλάω. Κάποτε  σηκώθηκα, έσυρα τα πόδια μου να ψήσω έναν καφέ, μήπως και καταφέρω να συνέλθω. Αλλά και πάλι εκεί. Ξανά. Κοκαλωμένος με τον καφέ στο χέρι να κοιτάζω απέναντι .

Πατησίων και Χέϋδεν. Παλιό, αρχοντικό σπίτι που απέμεινε να θυμίζει παλιές δόξες.

Μήνες τώρα έβλεπα, χωρίς να πολύ δίνω σημασία, συνέχεια ζαλισμένος στα πήγαιν-έλα με τους καφέδες και την πελατεία πως το αναπαλαίωναν. Τώρα, έτσι όπως το κοιτάζω ξημερώματα, μέσα απ΄ το άδειο μαγαζί μου, που πέρασα την νύχτα –και τί νύχτα-, δεν μπορώ να μη δω πως με κοιτάζει κι αυτό. Με κοιτάζει, μου μιλάει και βαριανασαίνει!

Αυτό είναι ζωντανό. Ναι, μοιάζει να ανασαίνει. Το σπίτι, ανασαίνει; Ήπια ακόμα μια γουλιά απ΄ τον καφέ μου. «Σύνελθε», σκέφτηκα. « Το σχήμα του είναι». Για δες…Πώς δεν το είχα παρατηρήσει τόσον καιρό; Η πρόσοψη είναι στρογγυλή θυμίζει γκαστρωμένη γυναίκα. Πάντα θύμιζε… Λες; Αυτό το σπίτι μιλούσε και δεν το άκουγα. Τί σπίτι… Κοίτα να δεις που δεν το χα πάρει χαμπάρι πιο πριν. Χάζευα και τους γειτόνους μας, όσους έμεναν στην στρογγυλή κοιλιά του, όσους γνώρισα δηλαδή. Μια ο ένας μια ο άλλος, άλλαξαν στα χρόνια αρκετοί.   Βλέπω να το ανασταίνουν, να το ζωντανεύουν και σκέφτομαι τη ζωή… Τη ζωή που είδα χθες βράδυ με τα μάτια μου. Ας είναι όμως. Ρούφηξα το τσιγάρο που παραλίγο να μου κάψει το δάχτυλο. Ας πασαλείψουν έστω τ’ απέξω σκέφτομαι, να γλυτώσουμε από το ξεφτισμένο γκρι του τσιμέντου. Το ροζ καλό φαίνεται. Ροζ… Να ναι κορίτσι άραγε ή αγόρι; Δεν πρόφτασα…Μα τι σκέφτομαι. Μακάρι να σωθεί, ότι κι αν είναι.

Αχ, κυρία Ασπασία.  Καλά που πρόλαβες να το πουλήσεις. Ε, ρε μόλις μάθεις τα καθέκαστα…Σαν να σε βλέπω, όπως εκείνη τη μέρα. Τι θυμήθηκα.

«Τον ελληνικό μου, Κώστα» είχες πει φουρτουνιασμένη. Ε, και πώς να μην ήσουν. Ο τελευταίος ενοικιαστής είχε κάνει φτερά μέσα στην κρίση κι εσύ πάλευες με «το βραχνά» όπως το είχες βαφτίσει. «Δεν πάει άλλο, δεν πάει!» φώναζες τη στιγμή που σου σέρβιρα το φουσκαλιασμένο καφέ. «Αμάν βρε Κώστα καφές είναι αυτός ή όλα τα μάτια της Πατησίων στο φλυτζάνι μου;»ξέσπασες.

Αυτό ήταν κα. Ασπασία μου. Μάτια. Άστεγοι, ναρκομανείς, μετανάστες, εκεί απέναντι κατασκήνωναν. Κι όσο κατασκήνωναν αυτοί τόσο φουρκιζόσουν εσύ. Τους Έλληνες έδειχνες να τους λυπάσαι. Τους ξένους τους αναθεμάτιζες. Σε κοιτούσα κι αδιαφορούσα χωρίς να παίρνω θέση. Δεν μου ‘πεφτε λόγος. Ποιον να λυπηθώ και γιατί! Εσένα και την περιουσία σου  ή τους πρεζάκηδες και τους μετανάστες που αναστάτωναν τη γειτονιά σε κάθε ευκαιρία; Η  μάνα μου έλεγε, όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες. Τον βρήκες όμως τον σύμμαχό σου. Ο Γιώργος. Εργολάβος και σωτήρας σου. Τώρα ξέρω πια πως σώθηκες από τους Πακιστανούς κυρία Ασπασία μου.

Όσο το σκέφτομαι φουντώνω, γίνομαι τρελός. Ν΄ ανοίξω την πόρτα. Πως έφτασα, πως φτάσαμε στο χτεσινοβραδυνό; Με τη δροσιά που μπήκε ανάσανα και συνέχισα να σκέφτομαι.

«Μην αγχώνεσαι κυρά Ασπασία», σου είχε πει. «Θα ‘ρθουμε με τα παλληκάρια μου και θα στο καθαρίσουμε». Το μόνο που είχες ρωτήσει ήταν «Πως;»  «Μη νοιάζεσαι», είχε απαντήσει. Είχα ακούσει τη συζήτησή σας. Καθάριζα τα τραπέζια κι αναρωτιόμουν.

Κάτι είχε πάρει τ’ αυτί μου για κείνον και τις κινήσεις του μα δεν ήμουν σίγουρος. Δεν μου άρεσαν τα μούτρα του, με τρόμαζε και μ’ εξόργιζε κι εκείνο το μόνιμο στραβό χαμόγελό του.  Έμαθα όμως ότι τα κατάφερε με το «καθάρισμα» του σπιτιού και έπειτα πουλήθηκε. Πάνω στο μεζέ και το τσιπουράκι που ζήτησαν για να βρέξουν την επιτυχία, άκουσα από το μεσίτη πως αυτός που το πήρε το έκανε «δώρο» σε έναν από τους ανερχόμενους κομματάρχες της Βουλής. Μεγάλος ντόρος. Κάμερες, ρεπόρτερ, παρατρεχάμενοι, όλοι σε μένα για καφέ και πληροφορίες. Δεν ανακατευόμουν.

Ο Γιώργος και τα παλληκάρια του ανέλαβαν την αναπαλαίωση.  Δικτυωμένος όπως είναι βρήκε την άκρη του στο κόμμα και τσίμπησε την γωνιά της Πατησίων. Τις προάλλες άρχισε τις εξηγήσεις, χωρίς να του έχω ζητήσει καμμιά, για το πώς κατάφερε και χώθηκε.

«Το δικαιούμαι, δεν το δικαιούμαι ρε Κώστα;  Να μου το φάνε μέσα από το στόμα; Ποιος το ανέστησε; Ποιος το καθάρισε από τους βρωμιάρηδες τους Πακιστανούς; Εγώ τους έκανα τσακωτούς». Κατέβασε μια γουλιά καφέ  κι έπειτα συνέχισε, για να τονίσει τον κόπο και την επιτυχία του. «Να ναι καλά και τα παλληκάρια μου. Λεβέντες μπρατσωμένοι. Μια φωνή τους και τα κάνεις επάνω σου, λιοντάρια» συμπλήρωσε κι έβαλε τα γέλια που μ’ είδε να ξεροκαταπίνω. Δεν πήρα θέση. Όρσε! μουτζώθηκα έτσι όπως σκεφτόμουν τα γεγονότα και έψαχνα την άκρη του νήματος. Άναψα ακόμη ένα τσιγάρο και ρούφηξα μια τζούρα για να σβήσω, τι άραγε, το πώς σκεφτόμουν ή το πώς άρχισα να σκέφτομαι από χτες βράδυ; Όταν μου μιλούσε ξεγλιστρούσα με μισό χαμόγελο κι άρπαζα το πανί μου να συνεχίσω το καθάρισμα. «Έχουν πίστη στο κόμμα. Έχουν ιδανικά! Είναι πατριώτες μωρέ!» συνέχιζε. Δεν ρωτούσα τίποτα, διευκρινίσεις δεν χρειαζόμουν. Πλήρωνε, άφηνε καλό πουρμπουάρ και χαιρετούσε. Τον έβλεπα να φεύγει κι ένιωθα καλύτερα ίσως γιατί ανέπνεα ξανά. Ρουφούσε το οξυγόνο μου αυτός ο τύπος.

Περπάτησα στο άδειο μαγαζί χωρίς να με χωράει ο τόπος. Τι  ήθελα και τα σκεφτόμουν όλα αυτά; Έξω σκοτάδι κι εγώ σαν τον ποντικό στη φάκα ν’ αναρωτιέμαι και να σπάω το κεφάλι μου πως έγιναν όλα σε μια μέρα. Από χτες  ως σήμερα τίποτα δεν ήταν πια ίδιο.

Ήταν περίπου 2 το μεσημέρι κι η δουλειά είχε λασκάρει.  Οι κάμερες κι οι ρεπόρτερ είχαν ελαττωθεί. Η ζωή είχε αρχίσει να μπαίνει σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Ήμουν χαρμάνης για ένα τσιγάρο και πήγα να φτιάξω καφέ. Τη στιγμή που φούσκωνε την είδα μπροστά μου. Είχα τόσο απορροφηθεί που τινάχτηκα τρομαγμένος. Σκοτεινή σα νύχτα με δύο μεγάλα μάτια. Το πρόσωπό της κομμένο με μάγουλα ρουφηγμένα και  χείλια γεμάτα, χωρίς πρόκληση και με τις άκρες τους προς τα κάτω.

Ήταν ντυμένη,  κουκουλωμένη, τρίχα δεν φαινόταν,  από την κορφή ως τα νύχια.  Η κοιλιά της μόνο μου έκανε εντύπωση,  φουσκωμένη, έτοιμη να εκραγεί. Ίσα που πρόλαβα να βγάλω το μπρίκι από τη φωτιά για να μη χυθεί ο καφές. Με είχε συνεπάρει η παρουσία της. Σέρβιρα τον καφέ και τον άφησα στο πλάι.  «Τι θέλει αυτή εδώ;» αναρωτήθηκα. Γύρισα απότομα και κοίταξα την ξένη. Με κοιτούσε κι εκείνη. Τα μάτια μου βυθίστηκαν στα δικά της. Ήταν ήρεμα με μία στωικότητα που μ’ έκανε ν’ απορήσω. Φαινόταν μεγάλη μα πρέπει να ήταν μικρότερή μου. Την κοίταξα από πάνω ως κάτω. Δεν κρατούσε τίποτα. Μόνο η μία της παλάμη ήταν σφιχτά κλεισμένη στο ύψος της κοιλιάς σαν να κρατούσε κάτι πολύτιμο. Έπρεπε να μιλήσω. «Παρακαλώ;»  Καμιά απάντηση. “What do you want?” τη ρώτησα στ’ αγγλικά. “Do you speak english? Can I help you?” συνέχισα.  Απλά με κοιτούσε. Της γύρισα την πλάτη κι άρχισα να ετοιμάζω καφέδες. Μα για ποιους; Τι κάνω; Τότε άκουσα τη φωνή της. Σιγανή, τρεμουλιαστή, γεμάτη αγωνία.“Water…” είπε. Στράφηκα αργά λες και θα τρόμαζα πεταλούδα. “Ok” απάντησα. Άνοιξα το ψυγείο μηχανικά, έβγαλα ένα μεγάλο μπουκάλι και το ακούμπησα πάνω στον πάγκο. “One euro” είπα κι αυτή τη φορά κοίταξα μακριά από τα μαγικά μάτια. Εκείνη κοίταξε προς τα κάτω κι άνοιξε την παλάμη της. Έμεινε να την κοιτά για μερικά δευτερόλεπτα.  Απάντηση καμιά, σαν να μάζευε κουράγιο. Έκανε ένα βήμα μπροστά προς τον πάγκο κι άφησε ένα νόμισμα των πενήντα λεπτών. Κανείς μας δεν κουνήθηκε εκτός από τα μάτια μας που ενώθηκαν σαν μαγνήτες. “One euro” επανέλαβα  κι η φωνή μου αντήχησε γελοία στα ίδια μου τ’ αυτιά. Τα μάτια της γέμισαν νερό κι έγιναν  δυο πράσινες λίμνες. «Κώστα», άκουσα να με φωνάζουν κι  η φωνή έμοιαζε με ηλεκτροσόκ. “Take it” είπα κι έσπρωξα το νερό και τα πενήντα λεπτά στη μεριά της. Δεν κουνήθηκε. “Take, go” επανέλαβα μέσα από τα δόντια μου και την κοίταξα επίμονα. Έκλεισε τα μάτια της κι όταν τ’ άνοιξε ήταν δακρυσμένα. Βγήκα από τον πάγκο χωρίς άλλη κουβέντα.

Όταν γύρισα είχε χαθεί μαζί με το νερό. Είδα τα πενήντα λεπτά.  Άρπαξα το νόμισμα και το έκρυψα βαθιά στην τσέπη μου.

Αργά το απόγευμα μου παρήγγειλαν να  τους παραδώσω απέναντι  καφέδες. Ήταν σχεδόν επτά. Τους βρήκα μαζεμένους απέξω να συζητούν συνωμοτικά. Ρίγησα από τη γυαλάδα στο βλέμμα τους και τις σφιγμένες γροθιές. «Τις είδε ο Πέτρος». Ποιες είδε, πότε, δεν καταλάβαινα.  Έπρεπε να μάθω. Τρωγόμουν πρώτη φορά, δεν ξέρω γιατί.  «Τέσσερις- πέντε ήταν μαζί και κουβαλούσαν έναν μπόγο από υφάσματα. Τις είδε να μπαίνουν εδώ, αλλά όχι να βγαίνουν».

Ο Γιώργος ρούφηξε το τσιγάρο του και το πέταξε στο πεζοδρόμιο με δύναμη, σα χειροβομβίδα που δεν έσκασε για ν’ αλαφρύνει την οργή του. «Θα τις βρω. Θα τις βρω και θα τους μάθω τι σημαίνει να λερώνουν τα ελληνικά χώματα. Τέσσερις όροφοι και ένα υπόγειο. Πρέπει να ψάξουμε καλά» τον άκουσα να λέει μέσα από τα δόντια του. Έκανα μερικά βήματα πίσω. Πέντε άντρες με μπράτσα από σίδερο και σώματα από μπετόν μπήκαν ορμητικά στο κτίριο. Άρπαξαν καδρόνια και έσπασαν σανίδες στα δύο. Τους έβλεπα κάθε μέρα μα αυτή τη στιγμή τα πρόσωπά τους μου ήταν άγνωστα. Είχαν κοκκινίσει και τα χείλη τους έτρεμαν από θυμό. Είχα μπροστά μου θηρία, λιοντάρια που τους έτρεχαν τα σάλια πάνω από τα θηράματά τους. Χτυπούσαν τον αέρα με τις γροθιές τους κι έβριζαν θεούς και δαίμονες. «Καθαρίζουμε», ούρλιαξε ο Γιώργος. Ήταν έτοιμοι και ξεχύθηκαν στο κτίριο αφρισμένοι.  Κοκάλωσα. Τι ήθελαν να σώσουν; Ποιους; Το μυαλό μου έτρεχε από τη μια σκέψη στην άλλη χωρίς ειρμό χωρίς νόημα. Τι νόημα ψάχνω σ΄ αυτή την τρέλα;  Μ χτύπησαν στην πλάτη και πάγωσα ενώ το κεφάλι μου σφίχτηκε μόλις άκουσα το Γιώργο να λέει «Κρατάει το δίσκο του. Μια χαρά θα κάνει τη δουλειά του κι αυτός».

«Όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα» είπε με σιγανή, σκληρή φωνή. Η θανατερή ανάσα του με χτύπησε σα μπουνιά στην κοιλιά. Η υγρή και βρώμικη είσοδος ωχριούσε μπροστά στη δική του βρώμα. Άρχισα να σκέφτομαι εντατικά. Το κεφάλι μου έκαιγε. Ποιους έψαχναν; Γιατί; Κι αν τους βρουν; Είναι άντρες; Γυναίκες; Πόσοι χρειαζόμαστε για να σωθούμε από μερικές αδύναμες γυναίκες; Στη σκέψη γυναίκες, θυμήθηκα τα μάτια της. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά τρελά κι ακανόνιστα. Τι να κάνω; Τι μπορώ να κάνω εγώ; Έσφιξα τον άδειο δίσκο στα χέρια μου. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα…, αλλά αυτή τη φορά η φράση δεν ολοκληρώθηκε στο μυαλό μου. Άρχισα ν’ ανεβαίνω τις σκάλες. Προς τα πού, δεν ξέρω. «Έτσι μπράβο παλληκάρι μου» άκουσα το Γιώργο πίσω μου να φωνάζει. « Πάμε», ούρλιαξε κι η ιαχή έγινε αντίλαλος στο παγωμένο κτίριο.

Ανέβηκαν κι οι άλλοι τρέχοντας τους ορόφους. Πίσω τους κι εγώ. Έτρεχα να προλάβω το κακό. Ίσως και να έσωζα κάτι από όλη αυτή την τρέλα. Δεν ήξερα πως αλλά ήξερα πως δεν έπρεπε να το καταλάβουν. Κάτι είχε μπει μέσα τους. Τι έφταιγε; Η άτιμη πίστη τους στο ελληνικό ιδεώδες; Ο φόβος για το ξένο και το άγνωστο; H άγνοιά τους; Δεν τους ήξερα. Έπρεπε να φυλαχτώ όσο γινόταν. Σε λίγο θα ήμουν κι εγώ ξένος γι αυτούς.
Ο Γιώργος αλυχτούσε σα λύκος. Έμεινα κοντά του.

Τον είδα να τεντώνει τ’ αυτιά του. Από κάπου ακουγόταν κλάμα. Πνιχτές φωνές. Ακαταλαβίστικες λέξεις και  κομμένες ανάσες. Λόγια που έβγαιναν από τα βάθη του κτιρίου. Στο υπόγειο είναι η απάντηση. Τον κοίταξα. «Φοβάσαι μωρέ; Tι να φοβηθούμε από μια χούφτα γυναίκες;» ρωτούσε κι απαντούσε μόνος του. Πήρε ένα ξύλο ακόμη στο άλλο χέρι για να νιώσει πιο δυνατός φαίνεται. Οι φωνές ξεκαθάριζαν όσο πλησιάζαμε. Έτρεμα από φόβο κι αγωνία. Το στόμα μου στεγνό. Πως είχα μπλέξει έτσι; Δάγκωσα τόσο δυνατά το κάτω χείλος που γεύτηκα το αίμα μου. Γύρισα και τον κοίταξα. Είχε πλημμυρίσει άγρια χαρά. Έβλεπα τις φλέβες στα μηνίγγια του έτοιμες να σπάσουν. Τι μπορώ να κάνω; σκεφτόμουν απεγνωσμένα. Πατήσαμε τα τελευταία σκαλοπάτια. Τώρα πια τις βλέπαμε καθαρά. Τα κορμιά τους έφτιαχναν κύκλο από μαύρα και καφέ υφάσματα. Σκυμμένες όλες μπροστά μιλούσαν σε μια γλώσσα ακαταλαβίστικη. Δεν ήταν μόνο οι λέξεις άγνωστες. Ήταν και το συναίσθημα που ζωντάνευε μέσα απ’αυτές. Τον είδα να τρίζει τα δόντια του. «Αλλόθρησκες, άπιστες»! φώναξε και πήδηξε μεμιάς τα τελευταία σκαλοπάτια. «Μη!» ούρλιαξα πίσω του και σήκωσα το δίσκο για να τον χτυπήσω στην πλάτη. Οι γυναίκες γύρισαν ξαφνιασμένες τα πρόσωπά τους. Μας κοίταξαν και σήκωσαν τα χέρια ψηλά να καλύψουν το κεφάλι τους στη θέα των ξύλων που σφύριζαν στον αέρα. Έκλαιγαν, φώναζαν και μιλούσαν χωρίς να καταλαβαίνουμε τι λένε. Είχα παγώσει στη θέση μου με τα χέρια ακόμη ψηλά να κρατούν το δίσκο. Μία ήταν που τόλμησε να τον κοιτάξει και του ζήτησε με τα μάτια να δει στο σημείο που κοιτούσε πριν και κείνη. Η πονεμένη κραυγή της γυναίκας που έκρυβαν τον πρόλαβε. Με τα πόδια της ανοιχτά, το πάνω μέρος του κορμού λυγισμένο μπροστά και το πρόσωπο πρησμένο από το κλάμα και τον πόνο, ούρλιαζε. Οι δύο που δεν είχαν γυρίσει, ταγμένες σαν σφίγγες μπροστά στην έγκυο, την πίεζαν να σπρώξει.

Κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

Τις κοιτούσαμε αποσβολωμένοι με το στόμα ανοιχτό χωρίς να κάνουμε βήμα. «Εδώ ήρθε να γεννήσει το μπάσταρδο της;» , γρύλισε κι έτριξε πάλι τα δόντια. Τα ουρλιαχτά της έγιναν αφόρητα. Τρυπούσαν τ’ αυτιά, θόλωναν το μυαλό. Στην απραξία μας οι γυναίκες που είχαν τα χέρια στο κεφάλι αναθάρρησαν και κοίταξαν τη λεχώνα. Χαμόγελα άνθισαν στα κατεβασμένα μαύρα τους χείλη. Το κεφάλι του μωρού είχε βγει από τη σκασμένη μήτρα. Τις κοιτούσα να βγάζουν το μελανιασμένο, υγρό σώμα και ένιωσα το τρέμουλο της ζωής να με διαπερνά. Δάκρυσα. Ο Γιώργος με κοίταξε με μίσος και σιχασιά μα δεν κούνησε ρούπι. Τα χέρια μου παρέλυσαν και δεν ήταν από το φόβο μου. Ήξερα πως είχα να περιμένω πολλά από κείνον μετά τα σημερινά μα δεν μ΄ ένοιαζε πια.

Άρχισαν να τραβούν το μωρό. Έγινε ένα παλλόμενο βέλος κι εμείς ο στόχος του. Ήταν η πρώτη φορά που δήλωνα «παρών» μέσα μου, που δήλωνα «παρών» στη ζωή.

Ήπια άλλη μια γουλιά απ΄τον καφέ μου. Κοίταξα τριγύρω. Κανείς. Πόσες ώρες είμαι εδώ; Πόσους αιώνες; Μπορεί και μια στιγμή. Πόσες στιγμές χωράνε σ΄ έναν αιώνα; Πόσες ζωές σ΄ ένα  τηλεφώνημα; Πόσες, ρε φίλε;….

Ο ήλιος βγήκε για τα καλά.  Κάποιος πάει να μπει. Σηκώθηκα, βγήκα έξω και κατέβασα τα ρολά. Όχι, ρε φίλε. Σήμερα δεν δουλεύει το μαγαζί . Κλείσαμε.

E.ΜΠ.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑