Αναζήτηση

Writink Page

Write & Share Lines

Κατηγορία

Διηγήματα

Η Επόμενη Μέρα

Λευκή σελίδα. Την κοιτάζω κι αναρωτιέμαι αν υπάρχει ο φόβος της λευκής σελίδας. Δεν το νομίζω. Υπάρχει ο φόβος να βάλεις στο χαρτί τις σκέψεις σου κι από λευκό να γεμίσει με μαύρο μελάνι. Μόνο σε μαύρο χρώμα μπορώ να γράψω σήμερα. Αυτό είναι το χρώμα που ταιριάζει στους αποχωρισμούς.

Το «Ανοξείδωτο Δέρμα» το έγραψα με τη βοήθειά του γι αυτό του ανήκει.  Ήθελα να τον βάλω στο «κόλπο», να τραβήξω την προσοχή του από τις μέρες του νοσοκομείου.Ήταν η πρώτη εποχή που έμπαινε κι έβγαινε, τότε που δεν θέλαμε να πιστέψουμε πως είχε αρχίσει το τέλος. Οι  δυο λέξεις με ταξίδεψαν κι έτσι απλά μ΄ανέβασαν σ’ ένα καράβι. Τότε σκέφτηκα εκείνον. Ποιος θα ήταν καλύτερος για κάποιες μικρές ή μεγάλες λεπτομέρειες σχετικά με τα καράβια; Μόνος εκείνος, ο θαλασσόλυκός μας. Από μικρό παιδί ζούσε στις σιδερένιες κοιλιές τους. Εκεί μέσα μεγάλωσε και μ’ αυτά γύρισε τον κόσμο. Όταν μιλούσε κι εξιστορούσε τα ταξίδια του το βλέμμα του ταξίδευε ξανά, έφευγε από το στενό δωμάτιο,  γινόταν γελαστό και φωτεινό. Δεν είχε περάσει ρόδινα. Σίγουρα όχι. Μα πέρασε μια  ζωή στο κόκκινο. Τα δύσκολα ήταν σκληρά και τα όμορφα (όσα υπήρξαν) ξεχωριστά. Η θάλασσα ήταν η μια  θρησκεία του. Η άλλη η οικογένειά του. Μια οικογένεια ιδιόμορφη που τη βρήκε στην πορεία της ζωής του μα παρότι έτοιμη είχε τον τρόπο να την πλάσει από την αρχή.  Έτσι το ένιωσα εγώ ή έτσι ήθελα να το βλέπω. Με συνέφερε γιατί σε μια στάση της ζωής ακολούθησα το ευφάνταστο αυτό οικογενειακό καραβάνι με κείνον στο ρόλο του πατέρα όλων μας.

Σήμερα που υπάρχεις πια σε μια άλλη διάσταση σου λέω ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα. Ευχαριστώ ακόμη και για το γέλιο που έκανες στα υποκοριστικά ονόματα που σου έδινα. Σου λέω πως σ’ αγαπώ γιατί μου έδειξες τι σημαίνει ο ρόλος του πατέρα. Για μένα υπάρχεις και θα υπάρχεις εσαεί. Έχεις μπαρκάρει για πολλοστή φορά για κάπου μακριά δίχως τηλέφωνα και γράμματα να μας κρατούν σ’ επαφή. Όλα γίνονται μ’ ένα νεύμα προς τον ουρανό και πάμπολλες αναμνήσεις στο μυαλό.

Ανοξείδωτο Δέρμα

Μόλις είχαν σαλπάρει από το Ρίο Ντε Τζανέιρο. Έμεινε στην πρύμνη να θαυμάσει  ακόμη μια φορά και ν’ αποχαιρετήσει  το λιμάνι . Άναψε  τσιγάρο κι η φλόγα του αναπτήρα πυροδότησε τη φλόγα της καρδιάς του για την πόλη που άφηνε πίσω του. Πολλές φορές άκουσε να του περιγράφουν την ξεχωριστή ομορφιά της,  μα ποτέ δεν φανταζόταν την  πραγματικότητα που έζησε για έναν ολόκληρο μήνα. Μια πραγματικότητα που τα είχε όλα, όμορφα κι άσχημα. Η πόλη αυτή είχε περισσότερο από τα πάντα που ζητούσε. Εδώ και λίγα χρόνια είχε φύγει από την Ελλάδα κι είχε αφήσει το  νησί του, τη Ζάκυνθο. Οι ναυτικοί που επέστρεφαν του μιλούσαν για τις χώρες που πήγαιναν, τις πόλεις που προλάβαιναν να δουν και τους ανθρώπους που συναντούσαν. Τον ταξίδευαν, του φούσκωναν το μυαλό  για φευγιό. Η λαχτάρα να φύγει μακριά σιγόκαιγε μέσα του από μικρό παιδί .Μηχανικός αεροσκαφών ήθελε να σπουδάσει αλλά δεν τα κατάφερε κι έτσι προσγειώθηκε στο plan B, ως μηχανικός αυτοκινήτων. Όταν πριν πέντε χρόνια  τα οικονομικά του έφτασαν σε απελπιστική κατάσταση, κι ένας πελάτης του μαγαζιού, Β’ μηχανικός σε μεγάλα εμπορικά πλοία, του πρότεινε να τον ακολουθήσει, το σκέφτηκε σοβαρά. «Θα σε πάρω λαδά», του είπε, κι ο Δημήτρης σταμάτησε να σκουπίζει τα χέρια του τα γεμάτα γράσο κι έμεινε κοκαλωμένος γιατί δεν κατάλαβε γρι. «Λαδά;» επανέλαβε κι έβαλε τα γέλια. «Σε θέλω βοηθό μου» συνέχισε ο μηχανικός. Μα το Χριστό, αυτός μιλάει σοβαρά, σκέφτηκε, κι είπε μέσα του:  ας το κάνω όσο είναι ακόμη καιρός, όσο προλαβαίνω. Αεροπλάνα, αυτοκίνητα και τώρα πλοία. Ότι κι αν διάλεγε, ότι κι αν του ερχόταν στο δρόμο του, είχε να κάνει με το μέταλλο. Ήταν στο πετσί του. Δεν είναι κι εύκολο να κάνεις τέτοια στροφή στα 30 σου κι από στεριανός να γίνεις ναυτικός.  Έτσι έφυγε για πρώτη φορά μακριά από τον τόπο του και μπάρκαρε. Ήταν μόνος του  –δεν ήθελε να μπλεχτεί με γάμους και παιδιά, οι έρωτές του έρχονταν κι έφευγαν –κι έτσι η απόφαση ήταν ακόμη ευκολότερη. Πέντε χρόνια, πέντε μεγάλα ταξίδια περικυκλωμένος από τόνους μέταλλο. Γινόταν ένα με το κάθε πλοίο που άλλαζε.  Ούτε μια φορά δεν είχε επιστρέψει στην πατρίδα. Τα μάτια του ρουφούσαν τους καινούριους τόπους,  με αποκορύφωμα αυτό που περίμενε τόσο, το Ρίο. Μικρός ονειρευόταν τη στιγμή που θα έβλεπε τις όμορφες βραζιλιάνες, τις χυμώδεις, να τον τραβούν από το χέρι για να τον βάλουν στη συντροφιά τους και να τον οδηγήσουν στην έκσταση του χορού τους. Το έζησε κι αυτό τώρα που άραξαν  με το πλοίο για επισκευή. Καθώς τραβούσε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και το πλοίο ξεμάκραινε έδωσε μία υπόσχεση στον εαυτό του, να γυρίσει ξανά στο Ρίο ντε Τζανέιρο με την πρώτη ευκαιρία. Άραγε θα του δινόταν αυτή η ευκαιρία; Κι αν ναι πότε; Πέταξε τη γόπα από το τσιγάρο του στη θάλασσα κάνοντας την ευχή του κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Αι στο καλό! Τι τον έπιασε ολόκληρο άντρα. Ξεκίνησε για την καμπίνα του όταν το Ρίο Ντε Τζανέιρο έγινε ένα μικρό φως στο μάτι  κι ένα αγκάθι στην καρδιά του. Η βάρδια του άρχιζε στις 4 τα ξημερώματα. Σηκώθηκε κι αφού ετοιμάστηκε βγήκε από την καμπίνα και κατευθύνθηκε στο μηχανοστάσιο. Ο δεύτερος του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και λόγω της γρίπης που τον τυραννούσε, ζήτησε από το Δημήτρη να ξεκινήσει την επισκευή  και στην πορεία θα ερχόταν κι εκείνος. Επιτέλους, είχαν φτάσει τα σωστά ανταλλακτικά λίγο πριν σαλπάρουν κι έτσι μπορούσαν να προχωρήσουν τις εργασίες. Ένα μήνα σταματημένοι στο λιμάνι-είχαν βλάβη στη δεξιά κύρια μηχανή- δεν είχαν καταφέρει να τις ολοκληρώσουν και δεν ήταν σίγουρος αν τελικά θα τα κατάφερναν εν πλω. Πριν ανοίξει το κιβώτιο με τα υλικά που είχε αφήσει δίπλα του σκέφτηκε να προχωρήσει μία άλλη μικρότερη βλάβη και να συνεχίσει στην κύρια μηχανή μετά, μαζί με το Στράτο. Εκεί που δούλευε πυρετωδώς, ήχοι ξένοι από τους ήχους της μηχανής, ακούγονταν ανά διαστήματα. Ελαφροί , διστακτικοί ήχοι σαν χτυπήματα μιας πόρτας που ζητά ν’ ανοίξει. Μα από πού έρχονταν οι ήχοι αυτοί , αναρωτήθηκε ο Δημήτρης. Όλα ήταν από μέταλλο εκεί μέσα ενώ αυτός ο ήχος θύμιζε κάτι από ξύλο.Έβριζε θεούς και δαίμονες από την αγωνία του να προχωρήσει στην επιδιόρθωση της βλάβης, που τελικά αποδείχτηκε μεγαλύτερη απ’ ότι περίμενε, που δεν έδωσε επιπλέον σημασία στους ήχους που άκουγε. Ευτυχώς που έφτασε το κιβώτιο, μονολόγησε, και μ’ ένα λοστό το άνοιξε .Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να βρει αυτό που χρειαζόταν.Ήταν τόσο απορροφημένος, που δεν κατάλαβε πως δύο μάτια τον παρακολουθούσαν, ακολουθούσαν τις κινήσεις του σαν μπαλάκι του τένις. Άξαφνα, ένα μπαμ ακούστηκε και καπνός  έπνιξε το μηχανοστάσιο. Δεν περίμενε μία τέτοια εξέλιξη! Μία σπίθα άναψε που εξελίχτηκε σε φλόγα κι ο Δημήτρης έτρεξε ν’ αρπάξει τον πυροσβεστήρα. Η μεγαλύτερη όμως έκπληξη δεν ήταν το πρόβλημα που εμφανίστηκε αλλά το γεγονός ότι όλη αυτή την ώρα είχε έναν θεατή. Έναν θεατή που ανακαλύφθηκε από μόνος του αφού ο καπνός τον έκανε να ζαλιστεί και να πέσει μπροστά στα πόδια του. Χριστός κι η Παναγιά! Αναφώνησε βλέποντας ένα μικρό αγόρι. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα. Σάστισε προσπαθώντας να βρει τις προτεραιότητες του. Από τη μια ένα παιδί κι από την άλλη ένα πρόβλημα που ζητούσε άμεσα λύση. Ευτυχώς που τ’ αμπάρια ήταν από ανοξείδωτο χάλυβα γιατί το εμπόρευμα που κουβαλούσε το πλοίο ήταν ιδιαίτερα εκρηκτικό σε τυχόν συνάντησή του με τη φωτιά. Από μηχανής Θεός ο δεύτερος μηχανικός που κατέβαινε εκείνη τη στιγμή. Στράτο! φώναξε. Ο Στράτος ρίχνει μια ματιά στο παιδί και μια στο λαδά του το Δημήτρη και του φωνάζει να φύγει για πάνω με το μικρό. Η φωτιά είχε ήδη σβηστεί πριν καλά καλά ξεσπάσει. Ο Δημήτρης σήκωσε προσεκτικά το παιδί κι άρχισε ν΄ ανεβαίνει τα σκαλιά. Πήγε στην καμπίνα του το μικρό λαθρεπιβάτη και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο μικρός άνοιξε τα βλέφαρα και δύο μάτια στο χρώμα του σμαραγδιού αποκαλύφθηκαν. Τα μαλλιά του κατάμαυρα και μακριά. Σαν κορνίζα, σκέφθηκε ο Δημήτρης. Το σώμα του λεπτοκαμωμένο κι αδύναμο ήταν ντυμένο με κουρέλια. Από πού να ξέφυγε άραγε, από ποια φαβέλα το έσκασε; Αναρωτήθηκε. Τον άφησε να κοιμηθεί κι εκείνος πήγε στη ρεσπέτζα –το κουζινάκι του πλοίου -να του  ετοιμάσει κάτι να φάει. Τι τρώνε τα παιδιά; Ε, τώρα ότι βρω, μονολόγησε. Λίγο σαλάμι, τυρί, μπαγιάτικο ψωμί και γάλα ήταν τα καλύτερα που βρήκε. Τα έβαλε σ’ ένα πιάτο και του τα πήγε. Στο άκουσμα της πόρτας ο μικρός άνοιξε τα μάτια του και τρομαγμένος κοίταξε το Δημήτρη. Έλα, του έκανε, φαγητό. Μα πώς να το πει κι εκείνος. Μήπως ήξερε τη γλώσσα του; Σ’ αυτή την περίπτωση η καλύτερη γλώσσα είναι οι κινήσεις του ίδιου του σώματος. Γι αυτό ο Δημήτρης χαμογέλασε, προσπάθησε να γλυκάνει  τον τρόπο του και πλησίασε στο κρεβάτι. Του έβαλε το δίσκο στα ποδαράκια του και ανυπόμονος του έκανε νόημα ν’ αρχίσει να τρώει. Δειλά, δειλά ο μικρός έπιασε το ψωμί στο ένα χέρι και το σαλάμι στο άλλο. Με τα μάτια καρφωμένα στο Δημήτρη έκοβε μια μπουκιά από το ψωμί,  μια μπουκιά από το σαλάμι. Αφού έφαγε και ήπιε ο μικρός, ο  Δημήτρης τον άφησε στην καμπίνα, κλείδωσε την πόρτα και βγήκε με κατεύθυνση για τη γέφυρα . Έπρεπε να μιλήσει στον καπετάνιο το συντομότερο. «Δημήτρη έχεις μάθει πια τη διαδικασία για τους λαθρεπιβάτες, έστω και θεωρητικά» Είπε αυστηρά ο καπετάνιος. «Ναι, ξέρω καπετάνιε μου. Αλλά είναι ένα μικρό παιδί. Τι μπορεί να κάνει αν τον αφήσουμε να κυκλοφορεί ελεύθερος στο πλοίο;» «Δημήτρη ο κανόνας είναι ένας. Οι λαθρεπιβάτες μένουν κλεισμένοι σε μια καμπίνα. Όπως ξέρεις θα τον ταϊζουμε και θα τον ποτίζουμε πλουσιοπάροχα όπως λένε οι κανονισμοί μέχρι να βρούμε λιμάνι να τον αφήσουμε στις αρχές.» «Ναι καταλαβαίνω καπετάνιε» είπε ο Δημήτρης. Κατέβηκε από τη γέφυρα σκεπτικός. Ένα παιδί είναι μόνο, μουρμουρούσε συνεχώς. Είχε πλέον χαράξει η ανατολή. Την απολάμβανε πάντα ανάβοντας τσιγάρο. Το ίδιο έκανε και τώρα. Τα χρώματα στον ουρανό είναι τόσο ζωντανά όταν τα βλέπεις πλέοντας στον ωκεανό. Έγειρε κι ακούμπησε στο κρύο μέταλλο της κουπαστής με το μυαλό γεμάτο σκέψεις. Είχαν μπροστά τους καμιά δεκαριά άντε δεκαπέντε  μέρες αν έκανε άσχημο καιρό, όσο να κροσάρουν τον Αντλαντικό και να πιάσουν το πρώτο λιμάνι στην Ευρώπη, όπως είχε κανονίσει η εταιρεία. Las Palmas! Του άρεσε αυτό το μέρος. Είχε χρώμα κι ομορφιά. Με την άκρη του ματιού του εντόπισε τον Κάρλος, έναν από τους καμαρότους. Κάρλος, φώναξε  δυό φορές επίμονα κι ο Κάρλος γύρισε και χαμογελώντας άλλαξε πορεία και γύρισε προς το μέρος του. Έχουμε επισκέπτη από την πατρίδα σου, του είπε μόλις έφτασε δίπλα του. Έλα να σου δείξω. Ο Κάρλος ήταν ο μόνος που μπορούσε να επικοινωνήσει με το μικρό λαθρεπιβάτη κι ο Δημήτρης ήθελε να μάθει πως βρέθηκε στο πλοίο αν και υποψιαζόταν. Ο μικρός ξεθάρρεψε μόλις ο Κάρλος του μίλησε στη γλώσσα του. Τ’ όνομά του είναι Μπέτο, είπε ο Κάρλος. Του διηγήθηκε πως κρύφτηκε στην κούτα με τ ανταλλακτικά. Έπρεπε να φύγω από κει, πεινούσα κι ήμουν μόνος. Οι γονείς μου πέθαναν και τ’ αδέρφια μου γυρίζουν από δω κι από κει χωρίς να μου δίνουν σημασία. Δάκρυα κύλησαν από τα σμαραγδένια μάτια. Βούρκωσε κι ο Δημήτρης. Το ταξίδι συνεχίστηκε με ήρεμο καιρό. Οι δυό τους έγιναν φίλοι κι ο ένας μάθαινε στον άλλο τη γλώσσα του με τη βοήθεια του Κάρλος. Η κόντρα με τον καπετάνιο κρατούσε καλά για να μείνει ο Μπέτο στην καμπίνα του και να μην απομονωθεί όπως έπρεπε. Έτσι είχαν όλο τον καιρό  να γνωριστούν καλύτερα. Στο Las  Palmas ο Δημήτρης κατέβηκε από το πλοίο με πρωτόγνωρη χαρά κι ανυπομονησία. Θα έβρισκε ρούχα και παπούτσια για τον Μπέτο. Δεν μπορούσε να τον βλέπει με τα κουρέλια που τον είχαν βρει. Όσο κι αν τον περιποιήθηκαν το αποτέλεσμα δεν φαινόταν αφού  φορούσε και πάλι τα παλιά του ρούχα. Ο μικρός χοροπηδούσε σαν κατσίκι στην καμπίνα όσο άνοιγε τις σακούλες κι έβγαζε τα ρούχα που του είχε φέρει. Το ίδιο ήθελε να κάνει κι εκείνος από τη χαρά του για τη χαρά που πρόσφερε. Το καράβι  ξεφορτώθηκε και πήραν εντολή να γυρίσουν στη Βραζιλία. Εκεί είχε αποφασίσει η εταιρεία να συνεχίσουν τις επισκευές και τη συντήρηση του πλοίου. Εκεί θα κατέβαινε ο Μπέτο και θα τέλειωναν με την ιστορία αυτή, τόνισε ο καπετάνιος που όλο αυτόν τον καιρό δεν είχε ησυχάσει ξέροντας ότι στο πλοίο είχε έναν λαθρομετανάστη και μάλιστα παιδί! Δέκα μέρες μετά ο Δημήτρης είχε πάρει την απόφασή του. Είχε μιλήσει πολύ με το Στράτο που σεβόταν τη γνώμη του και παρότι δεν συμφωνούσαν αποφάσισε να κρατήσει τις συμβουλές του και να προχωρήσει μπροστά. Θα μετάνιωνε για τη δική του απόφαση και γι αυτό τελικά που θα έκανε κι όχι για κάτι που δεν θα τολμούσε καν. Ένα βράδυ πριν φουντάρουν στο λιμάνι του Ρίο Ντε Τζανέιρο βρέθηκαν κι οι δέκα έλληνες του πληρώματος στο σαλόνι. Άκουσαν ελληνικά τραγούδια, ήπιαν και θυμήθηκαν ιστορίες από την πατρίδα. Όλοι χτύπαγαν το Δημήτρη στην πλάτη και κουνούσαν το κεφάλι. Άλλοι για την απερισκεψία που πήγαινε να κάνει άλλοι για το θάρρος του. «Γιατί δεν γυρνάτε στην Ελλάδα τουλάχιστον», τον ρώτησε για μια ακόμη φορά ο Στράτος. «Σου είπα γιατί. Θέλω να είναι στο φυσικό του χώρο. Είναι ορφανός μην τον κάνω και ξενιτεμένο», απάντησε. Καταλαβαίνεις; O Στράτος δεν καταλάβαινε όπως κι οι υπόλοιποι, αλλά δεν τον ένοιαζε. Το είχε αποφασίσει. Θα κατέβαινε με το παιδί στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και θα τον μεγάλωνε εκεί στην πόλη του. Το Ρίο, η πόλη μάγισσα, είχε βρει τον τρόπο για να τον κάνει να επιστρέψει. Τα χρόνια που πέρασε στη θάλασσα του ήταν αρκετά. Αρκετά και με το μέταλλο στη ζωή του. Ήρθε η ώρα για να δώσει βάσει στα έμψυχα. Ο Μπέτο έφερε στο φως βαθύτερα ένστικτα που δεν πίστευε πως είχε. Το επόμενο πρωί αφού ολοκλήρωσε τα καθήκοντα της βάρδιας του στάθηκε μπροστά στο μικρό και τον ρώτησε: Listo? Έτοιμος; Ο Μπέτο κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και του άπλωσε το χέρι. Πήραν τα πράγματά τους κι αφού αποχαιρέτησαν το πλήρωμα γύρισαν το βλέμμα στο λιμάνι και φώναξαν :

Buenos Dias, Rio!!!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ε

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν Θέλεις Μείνε

Φωτό E Writinks

Μέτρησες καμιά φορά τα σ’ αγαπώ που άκουσες στη ζωή σου; Τα σε θέλω;  Σπύρος είπαμε; E, για μένα που λες Σπύρο, είναι εύκολο. Μηδέν.  Στη ζωή μου άκουσα κυρίως το “δεν σ’ αγαπώ” και το “δεν σε θέλω”.  Τα ξερνούσαν πάνω μου σα λιωμένη πικρή καραμέλα.  Ήταν γλυκόπικρα λόγια. Ναι, έτσι τα θυμάμαι. Αν τους μίσησα;  Κάπου προσπάθησα να τους δικαιολογήσω, ίσως μάλιστα και να τους κάνω να με αγαπήσουν. Έλεγα μέσα μου πως δεν μπορούν να δώσουν κάτι που δεν έχουν. Δεν ξέρουν πως.   Εκτόξευαν τις λέξεις τους κι έμεναν πιο άδειοι από πριν, σαν αφυδατωμένα κουφάρια αδειάζοντας κι εμένα μαζί. Τους κοιτούσα κι έβλεπα μόνο  ξεδοντιασμένα στόματα που δεν μπορούσαν να  συγκρατήσουν τίποτα.  Αν είχαν δόντια, σκεφτόμουν, ίσως να συγκρατούσαν τα ΔΕΝ τους πριν με πυροβολήσουν. Ξέρεις κάτι; Ζούσα με ελεύθερους σκοπευτές τελικά. Όπλιζαν κι άδειαζαν  πάνω μου  κατά βούληση.  Να έτσι. Το μάτι στο στόχαστρο, τραβούσαν τη σκανδάλη και μπαμ. Έτσι έμαθα να κρύβομαι, για να σωθώ από τα συναισθήματά μου. Σε τρομάζω; Δεν τρελάθηκα ακόμη. Να ηρεμήσω; Μου ζήτησες να σου μιλήσω κι αυτό δεν με ηρεμεί. Θα μ’ ακούσεις λοιπόν κι ίσως τότε σε ρωτήσω αυτό που θέλω, ίσως πάλι όχι. Μη βιάζεσαι, μην προσπαθείς να  απαντήσεις τώρα.  Διαβάζω τα χείλη σου όπως έκανα και με των άλλων στην προηγούμενη ζωή μου. Mου μιλούσαν και δεν τους άκουγα με τ’ αυτιά. Το πιστεύεις; Με τα μάτια τους άκουγα. Προσπαθούσα να διαβάσω τι μου λένε κι όσο να τους καταλάβω ο πόνος από την κακία τους αργούσε να φτάσει στο στόχο του. Τους κοιτούσα στα χείλη που στρογγύλευαν λες κι έπρεπε να χωρέσουν μπουκιά που δεν καταπινόταν. Μα δε νοιάζονταν αν για μένα τα λόγια τους θα ήταν η «μεγάλη μπουκιά» που δεν θα κατάπινα ποτέ. Με βλέπεις δυό χρόνια είπες. Κι εγώ εσένα. Αλλάζουμε βάρδιες στα παγκάκια, ενοικιαστές χωρίς νοίκι και χωρίς ταβάνι.  Γυρνάμε γύρω -γύρω σαν τους δείκτες του ρολογιού μόνο που εμείς δεν στεκόμαστε πουθενά. Δεν ξέρεις τίποτα για μένα κι ούτε εγώ για σένα. Δεν ξέρω καν αν θέλω να σε μάθω κι απορώ γιατί μου το ζητάς εσύ. Το βλέμμα σου όμως κι αυτό το κονιάκ που μου βαλες κάτω από τη μύτη φταίνε. Με κάνουν να θέλω να μιλήσω. Μπούκωσα στη σιωπή μου, νισάφι πια. Είναι που δεν μιλάει κι αυτή η γούνα. Ξέρεις πόσες τη ζήλεψαν όταν ήμασταν κι οι δυό φρέσκιες και κυκλοφορούσαμε στα μεγαλεία; Τώρα παίζει σε πολλά ταμπλό. Όπως κι αυτή η τσάντα που έχει όλα μου  τα υπάρχοντα. Έλα, δώσε μου μια γουλιά ακόμη. Δυνατό είναι το άτιμο. Και μια ρουφηξιά από το τσιγάρο σου για ν’ ανασάνω. Έτσι. Ποιος να μου ‘λεγε πως θα άφηνα πίσω μου τη χλιδάτη ζωή και θα μοιραζόμουν παγκάκι, ποτό και τσιγάρο μ’ έναν άγνωστο. Τι σιχασιά, κοίτα που κατάντησα και δεν με νοιάζει. Χμ! Λοιπόν, τι λέγαμε. Α! για τα όμορφα λογάκια που άκουσα στη ζωή μου, ναι. Το πρώτο ΔΕΝ που λες, μου το πε ο πατέρας μου και με το τέλος της φράσης του μας τέλειωσε κι αυτός.  Ειλικρινής από τους λίγους. Τι χρειάζεται άλλωστε αυτή η ζωή μου λες;  Ειλικρίνεια πρώτα και πάνω από όλα. Σωστά; Χαίρομαι που συμφωνείς. Μεγάλη πια, μου το ανακοίνωσαν ο πρώτος κι ο τρίτος άντρας μου. Σμίγεις τα φρύδια. Ε, άντρας δεν είσαι; Και γιατί παρακαλώ η αποδοκιμασία; Αν ήμουν φίλος σου θα σου ακουγόταν φυσιολογικό, είμαι σίγουρη. Ο δεύτερος σύζυγος μας άφησε χρόνους πριν προλάβει να το ξεστομίσει. Κάτι πήγε να πει στα τελευταία του μα γύρισα το κεφάλι για να μην διαβάσω τα χείλη  του. Για χρόνια αναρωτιόμουν αν έκανα καλά. Να, γι’ αυτό, που γύρισα το κεφάλι.  Φρόντισε όμως ο άτιμος να με διαφωτίσει. Κανόνισε τετ α τετ συνάντηση σ’ ένα μου όνειρο. Μην γελάς, άκου. Περπατούσα λέει νύχτα σ’ ένα δρόμο μ’ ελάχιστο φως. Άξαφνα στο βάθος διακρίνω  έναν άντρα  να  περπατάει προς το μέρος μου. Όσο πλησιάζει μου φαίνεται όλο και πιο γνωστός. Κοιταζόμαστε κι αναγνωρίζω τον Παύλο. Έτσι τον έλεγαν. Κάνω να πάω προς το μέρος του. Χαμογελάω με χαρά και λαχτάρα που τον ξαναβλέπω. Το ύφος του όμως, τι να πω! Σκληρό, αγέλαστος.  Δεν θύμιζε τον Παύλο που ήξερα. Ξαφνικά σηκώνει το χέρι του, να, έτσι κι έπειτα την παλάμη του και τον ακούω να λέει:  “STOP. Μείνε εκεί που είσαι”. Ανατρίχιασα .Έμεινα να τον κοιτάζω με σβησμένο χαμόγελο. Ένιωσα πως φύσηξε κάτι σαν κρύος αέρας και τύλιξα τα μπράτσα μου με τα χέρια μου. Νομίζω το σώμα του έβγαζε κρύο. Μέχρι κι η φωνή του αν τη ζωγράφιζα θα είχε πάγους. Για πρώτη φορά μου έδειξε πως δεν σήκωνε πολλά πολλά. Τι σου λέω ε; Όσο ζούσε η αλήθεια είναι πως έκανε ότι κι όπως το ήθελα εγώ. Πήρα θάρρος μόλις έφερα το ζωντανό Παύλο στο μυαλό μου κι έκανα να τον παρακούσω. Προχώρησα. Τότε μίλησε ακόμη πιο σκληρά και μου είπε: «Έχω ησυχάσει πια από σένα». Μου γύρισε την πλάτη και χάθηκε.  Παράξενο. Τώρα που στο διηγούμαι καταλαβαίνω πως ήταν η μόνη φορά που άκουσα με τ’ αυτιά κι όχι με τα μάτια. Κι αυτό με πόνεσε πολύ. Είχε δίκιο να ψάχνει την ησυχία του μακριά από μένα. Είχε δίκιο ακόμη κι αν το μακριά ήταν στον Άλλο Κόσμο. Όσο ζούσαμε μαζί δεν του χα δώσει και πολλά. Παρ’ όλα αυτά, ξέρεις, μέσα μου έλεγα πως όποιος ανεβαίνει εκεί ψηλά γίνεται καλύτερος, ίσως κι αγνός. Έλεγα πως αυτοί που φεύγουν, αν όντως μπαίνουν σ΄ αυτήν την άλλη την  ανώτερη ζωή θα μπορούν να συγχωρέσουν αυτούς  που αφήνουν πίσω για ότι τους έχουν κάνει.  Μάλλον δεν γίνεται έτσι ε; Ο Παύλος ήταν καλός όσο ζούσε. Τον έλεγα άγιο και τσαντιζόταν. Περίμενα πως εκεί πάνω θα του φορούσαν φωτοστέφανο. Ήμουν σίγουρη ότι θα συγχωρούσε τους πάντες και τα πάντα εδώ κάτω. Μα πως ζητούν από μας που μένουμε πίσω να συγχωρούμε αυτούς που φεύγουν; Εμείς παραμένουμε σ’ αυτά που ξέρουμε, που είμαστε και που έχουμε. Καλά ας μην δένουμε το τι έχουμε βέβαια. Βλέπεις,  βεγγέρα σε παγκάκι κάνουμε. Πως έφυγε ο Παύλος; Στα καλά καθούμενα, από καρδιά. Ήρεμα κι ήσυχα.  Ήταν ο μόνος από τους τρεις που είχα αγαπήσει πραγματικά κι ο μόνος που έφυγε από μόνος του. Μην μου πεις πως το κατάλαβα αργά. Το ξέρω. Μου στοίχισε.  Πάει, πέρασαν πια.

Ψύχρα έβαλε ε;  Κι είναι μόνο Οκτώβρης. Μην κοιτάς τη γούνα έχασε πια τη ζεστασιά της. Δεν κρατάει πολλά. Την τσάντα θ’ αγκαλιάσω. Δίκιο έχεις. Το αγορίστικο κεφάλι μου είναι το πρόβλημα. Βλέπεις μαλλί; Μια σπιθαμή.  Τους τράβηξα ψαλιδιά πριν κάποιους μήνες. Μη γελάς. Είχα πάρει πρέφα πως με κοροϊδεύατε για το μακρύ μαλλί. Γκριζομάλλα Ραπουνζέλ δεν με λέγατε;  Ναι κρύψου πίσω από το κονιάκ! Πόσο με κάνεις, για πες; Μην είσαι ευγενικός δεν χρειάζεται. Δώσε μου πρώτα μια γουλιά ακόμη. Άσε μην ψάχνεις, θα σου πω εγώ. 60.  Κι εσύ τόσο πρέπει να σαι. Σωστά; Καλά κρατιέσαι. Πέρυσι τέτοια εποχή τα πάτησα. Εκεί που περπατούσα έπεσα σ’ έναν καθρέφτη και μου το πέταξε φτυσιά στο τσαλακωμένο μου πρόσωπο. Τραβούσα με δύναμη θυμάμαι τα μαλλιά και προσπαθούσα να τα στερεώσω πίσω από τα αυτιά. Έμοιαζα με γριά μάγισσα. Γι αυτό τα έκοψα. Πως;  Ζητιάνεψα ένα ψαλίδι από τη μαύρη που έχει τα extensions στη γωνία του δρόμου. Κράτησε τα μαλλιά και μου έδωσε κάποια χρήματα για να φάω. Με σιχαινόμουν και μου το είπα έτσι ξερά. Αηδίασα με τη φάτσα μου, μ’ αυτή την εξαθλίωση που είχα πάνω μου και της είπα ΔΕΝ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ κουκλίτσα μου. Αυτό το  τελευταίο «ΔΕΝ» ειδικά, μου έπεσε, πώς να το πω, πιο βαρύ απ’ τ’ άλλα. Λίγο το χεις να σ’ απαρνιέται ο εαυτός σου; Έχεις φτύσει τον καθρέφτη σου; Εγώ ναι. Του έριξα ένα χεσίδι που ήταν όλο δικό του. Σούζα τον κράτησα όπως είχα και τους ανθρώπους γύρω μου.  Κι έπειτα τον έσπασα. Δες με μωρέ έχει πλάκα. Όποτε το λέω σηκώνω και τη μπουνιά μου και τον σπάω ξανά. Μη φοβάσαι δεν πάει σε σένα η μπουνιά. Το ‘κανα όμως. ΤΟ κανα κι ησύχασα από δαύτον. Έτσι για να είμαι σίγουρη πως δεν θα έχω άλλα πάρε δώσε μαζί του ποτέ ξανά. Και δεν είχα. Λες να μ’ εκδικηθεί; Εφτά χρόνια γρουσουζιάς θα ναι αυτά. Δεν είναι λίγα! Μην στραβομουτσουνιάζεις, δεν περιμένω να σωθώ. Απορώ πως το έκανα όμως, εγώ η προληπτική! Λες και θα τέλειωνα με δαύτους. Τα πάντα γίνονται καθρέφτης. Τα μάτια σου είναι τώρα ο καθρέφτης μου μόνο που δεν θέλω να τα σπάσω. Χαμογελάς ε; Ωραίο πράγμα. Τέλος πάντων, μέσα στο θυμό του ο άνθρωπος κάνει πολλά κι εγώ από θυμό δόξα τω Θεώ, σακιά ολόκληρα. Θεός, που τον θυμήθηκα. Ξεχασμένη μ’ έχει και καλύτερα έτσι. Μπορεί βέβαια να πει πως Τον ξέχασα εγώ πρώτη.  Ε, δεν θα βάλουμε τον κόμπο τώρα! Δεν έχω όρεξη για εξηγήσεις, τ’ ακούς; Καλά δεν φωνάζω μην κάνεις έτσι. Είναι νύχτα δίκιο έχεις. Ποιος να μας ακούσει εδώ με τόσα δέντρα γύρω μας μου λες; Πριν μείνω στους δρόμους δεν είχα δει ποτέ τα πάρκα της πόλης. Στα μαγαζιά πήγαινα και στα εμπορικά. Κανονικά θα έπρεπε να τα έχω φάει με το κουτάλι όπως κάνουν όλες οι καλές μανάδες. Κλείσε το στόμα σου, μην απορείς. Δώσε μου μια γουλιά ακόμη. Ναι είμαι μάνα αλλά σίγουρα όχι καλή. Εδώ το κατάλαβα. Στα παγκάκια. Για να είμαι εδώ, να τριγυρνώ άστεγη, πεινασμένη και βρώμικη ενώ έχω δύο παιδιά, ε τότε κάτι έχω κάνει πολύ στραβά φίλε μου.  Κανένα τους δεν μ’ έχει ψάξει. Τα’ ακούς; Όχι, μην προσπαθείς να με παρηγορήσεις. Μ’ αηδιάζουν οι παρηγοριές και τα κλαψουρίσματα. Τώρα ψάχνω την αλήθεια. Τίποτα άλλο. Είμαι σίγουρη πως κι εκείνα ψάχνουν τη δική τους αλήθεια όσο πιο μακριά μπορούν από μένα. Κι εγώ μακριά τους έτρεξα. Δεν μιλώ για τώρα αλλά για τότε που τα άφησα στον πατέρα τους, στον πρώτο μου άντρα κι έφυγα με τον Παύλο. Ξέρεις ότι ο Παύλος τα κέρδισε; Ναι, ήταν μαγικό πως τα κατάφερε. Δεν το κατάλαβα ποτέ. Ίσως ήταν που τους έδειξε αγάπη. Ο τρίτος άντρας μου δεν ήθελε ούτε να ξέρει πως υπάρχουν κι εγώ του έκανα το χατίρι. Ξέχασα πως τα έφερα στη ζωή. Φοβόταν μην τυχόν κι έπρεπε να τους αφήσει την περιουσία του. Τελικά την έφαγε όλη μόνος του ο τσιγκούνης κι ησύχασε. Πτώχευσε κι είπε πως του έφταιξα εγώ. Κατσικοπόδαρη μ’ έλεγε. Ακούς; Τι γέλιο! Δεν μπορώ να κρατηθώ. Τη δική του μαλακία την έριξε πάνω μου. Πτώχευσε και τότε άρχισε τις γλύκες για να τον βοηθήσω μ’ ένα κτήμα που είχα. Τον στόλισα από πάνω ως κάτω και τον παράτησα στην κατρακύλα του. Τι έκανα; Πούλησα το κτήμα κι έζησα καλά μια πενταετία. Μια στραβή επένδυση όμως, και να μαι τώρα εδώ. Δώσε μου το μπουκάλι. Θέλω να πιω. Μην με σταματάς δεν σου πέφτει λόγος αν το κατεβάζω σαν νερό. Θα βρεις κι άλλο έτσι δεν είναι; Τι το μουρμουράς; Σ’ έχω δει να το κλέβεις από την κάβα που σου δίνουν φαγητό. Δώσε μου. Αλλιώς θα τους τα πω όλα. Κουράστηκα να μιλάω. Κουράστηκα να σκέφτομαι και να θυμάμαι. Κρυώνεις; Εσύ τρέμεις. Να πάρε αγκαλιά την τσάντα μου κι εγώ θα πάρω το μπουκάλι σου. Φοβάσαι; Εγώ όχι. Είμαι ελεύθερη. Δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν. Ότι κάνω το κάνω για μένα γιατί το θέλω εγώ. Πριν ήθελα απλά να φαίνομαι στους άλλους. Φοβόμουν να βγω από το κοπάδι. Έμενα μαζί τους στην πολυτελή φυλακή μας. Εδώ όμως, κοίτα με, ανοίγω τα χέρια και χάνω το μέγεθος της αγκαλιάς μου. Μένει άδεια; Tο προτιμώ. Εκεί τη γέμιζα με  σκουπίδια. Αυτό λες εσύ φυλακή; Εδώ; Δεν ξέρω για σένα. Ίσως να μην περίμενες να σου συμβεί ποτέ. Δίκαιο. Εγώ την επέλεξα. Νομίζεις δεν είχα λύσεις; Θα ζητιάνευα σε κάποιον γνωστό ή από κείνους τους φίλους και θα βολευόμουν. Κουράστηκα να βολεύομαι και να μπαίνω σε κουτιά που δεν χωράω.  Τελειώνει και το ποτό. Ένα δάχτυλο έμεινε. Αν το πιω μόνη μου θα αποδείξω όλα όσα σου έλεγα μέχρι τώρα. Θ’ αποδείξω πως υπάρχω  για την πάρτη μου.  Σωστά; Όμορφα μάτια έχεις, αγέραστα. Δεν μπορώ να σε βλέπω να τρέμεις. Ποια ερώτηση θες; Άστη. Έλα εδώ. Γέμισε αυτή την αγκαλιά να ζεσταθούμε. Μπορείς να μείνεις όσο θέλεις. Δεν υπάρχει χρόνος. Οι δείκτες δεν θα σταματήσουν πουθενά. Θέλεις;

Ε.ΜΠ.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑