Φτάνω στην πλατεία.  Βικτώριας ή Βικτωρίας ; σκέφτομαι. Τακ- τακ τα τακούνια μου ή μήπως είναι οι καρδιές των παιδιών;  Τα νιώθω γύρω μου. Κοιτάζω κάτω. Πλατεία Βικτώριας ή Βικτωρίας;  Βάζω συχνά στον εαυτό μου ανόητα διλήμματα , όταν την πραγματικότητα να κοιτάξω δεν μπορώ. Πλατεία Βικτώριας ή Βικτωρίας; Βουίζει το βήτα σαν μελίσσι. Κοιτάζω γύρω μου. Δεν είναι μέλισσες. Είναι γερμένοι άνθρωποι. Στα παγκάκια. Στο χώμα. Στα σκαλιά. Στο φόβο τους.

Δεν είναι μέλισσες αυτό το βουητό. Είναι παιδιά με μελιά μάτια. Με μαύρα μαλλιά. Με τρύπιες τσέπες. Με γυμνά πόδια. Με την αθωότητα τους να μπαινοβγαίνει από μια τρύπια κουβέρτα. Με τη ζωή τους σε μια τσάντα. Σε δυό σταγόνες νερό. Αραδιασμένα στην πλατεία σαν αναπάντητα ερωτηματικά. Άλλα να κάθονται  σαν να περιμένουν κάποιον ή κάτι άλλα να παίζουν- είναι απίστευτο πως βρίσκουν τρόπο να παίζουν τα παιδιά κάτω από όλες τις συνθήκες ακόμα και της προσφυγιάς – κι’ άλλα σφιχτά να τα ‘χει στην αγκαλιά η μάνα τους σαν Παναγία που θέλει να τα γλυτώσει από τη Σταύρωση. Ντράπηκα που δεν είχα ένα θαύμα να τους δώσω, μια πατρίδα να επιστρέψουν, λίγη ειρήνη, έστω ένα γάλα. Έσκυψα πάλι το κεφάλι κι αρχίνησα να σκέφτομαι το ανόητο μου δίλημμα ξανά. Πλατεία Βικτώριας ή Βικτωρίας;  Σκέφτομαι ανόητα όταν λυπάμαι σχεδόν παλιμπαιδίζω, έτσι νιώθω πως κάνω μπου! στο άδικο κι’ αυτό φοβάται και φεύγει για λίγο.

Φτάνω στη σκάλα για το τραίνο. Σε λίγο θα είμαι αλλού. Θα πίνω καφέ και θα  αμπελοφιλοσοφώ. Ίσως το κρύο του απογεύματος με ενοχλήσει και αρχίσω να γκρινιάζω. Μπορεί να πω στη φίλη μου «Τι κρίμα. Πέρασα από την πλατεία. Αλήθεια για πες εσύ που είσαι φιλόλογος Βικτώριας είναι το σωστό ή Βικτωρίας; Κρίμα οι άνθρωποι. Τι κρίμα.. Και τα παιδιά! Πολύ λυπήθηκα. Πολύ λυπήθηκα» θα πω κι ύστερα θα κουμπώσω τη ζακέτα μου ως απάνω ,να μην κρυώνω και θα τα κλείσω απ’ έξω όλα τα κακά. Θα πιώ δυό γουλιές καφέ. Οι άνθρωποι στην πλατεία θα είναι ανάμνηση.

Η ζωή λένε είναι δρόμος. Μόνο που δεν έχει για όλους προορισμό. Δεν έχει…

Είμαι στην πλατεία.

Βικτώριας ή Βικτωρίας;

Καθηλωμένη, στο πρώτο σκαλοπάτι που κατεβαίνει στο τραίνο.

Καθηλωμένη, σαν να με έχουν εγκλωβισμένη όλα τα συρματοπλέγματα, όλων των κλειστών συνόρων.

Νιώθω πως καταπίνω χώμα.

Πως μασώ πέτρες.

Πως καίγονται τα μάτια μου από φωτιά.

Και τότε το αισθάνομαι.

Σαν αεράκι δροσερό.

Κι’ ύστερα σηκώνω το βλέμμα μου.

Ένα κοριτσάκι στέκεται απέναντί μου.

Το κοιτάζω επίμονα.

Όπως έναν πίνακα ,ένα δέντρο ,ένα πληγωμένο πουλί.

Όπως κοιτάζεις, όταν νιώθεις ανήμπορος να κάνεις κάτι.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτό το βλέμμα, ,αυτή η σιωπή.

Ξάφνου κουνάει το χεράκι του. Σαν του πουλιού φτερούγα.

Με χαιρετά με θέρμη.

Χαμογελά.

Χαμογελά, με όλους τους ήλιους που είδα στη ζωή μου.

Πρωινά και ηλιοβασιλέματα.

Χαμογελά με όλο το φως.

Το χαιρετώ κι εγώ ταυτόχρονα.

Χαμογελώ με όλα τα παιδικά μου πρωινά.

Χαμογελώ στο φως.

Κι’ ανοιγοκλείνω τα μάτια μου σαν να του στέλνω σήματα μορς. Oι λέξεις μου είναι κωδικοί στις κόρες των ματιών μου, στα βλέφαρά μου και το παιδί μια καθαρή  λίμνη που με καθρεφτίζει.

 

Μου τα γυρίζει με τα μάτια του τα σήματα.

Μου αντιγυρίζει τη χαρά του. Μπλέκεται με τη λύπη μου. Κουβάρι γίνονται. Κι’ ύστερα ξεμπλέκονται όλα μέσα μου ξαφνικά, νιώθω πως γίνομαι εκείνο το παιδί, το κοιτάζω και είμαι εγώ, χαμογελώ πλατιά στον εαυτό μου. Μου αντιχαμογελά.

Ανεμίζουν τα χέρια μας.

Και είμαστε σαν δυό φτερούγες του ίδιου πουλιού.

Που είναι το σώμα μας;

Ποιος μας έχει χωρίσει;

Πέντε βήματα απόσταση.

Δυό κόσμοι.

 

Κατέβηκα με του παιδιού το βλέμμα μες  στην τσέπη.

Με ένα συρματόπλεγμα να μου γδέρνει το μέσα.

Κι όμως ταυτόχρονα, παράδοξο,  κάτι γλυκό κυλούσε μέσα μου ,σαν να ‘χα μέλι μες στις φλέβες αντί για αίμα. Μέλι σαν τα μελιά του μάτια.

Το τραίνο είδα στις ειδοποιήσεις θα αργούσε.

Μα δεν μ’ ένοιαζε.

Εγώ είχα κάπου να πάω…

Πλατεία Βικτώριας ή Βικτωρίας;

Πλατεία του παιδιού που  ελπίζει.

Έτσι θα την λέω.

Και ο τόνος ο σωστός χτυπά στο στήθος μου.

 

Στην καρδιά μου.

 

«Ο Τόνος», της Μαρίας Λεμεσού

Advertisements