Όταν με βλέπω σε φωτογραφίες δεν μ’ αναγνωρίζω αμέσως. Δεν βλέπω αυτό που σκέφτομαι για μένα. Γερνά ερήμην μου ο εαυτός μου και συχνά σκύβει σαν κάτι να ψάχνει. Μα τι ψάχνει δεν ξέρω… Τι ωραία φωτό λένε οι άλλοι. Ωραία, λέω κι εγώ μην φανώ παράξενη. Πιο παράξενη από το κανονικό μου. Από αυτό που οι άλλοι ανέχονται. Πιο παράξενη… Μια ζωή εγώ κι οι άλλοι. Εγώ, μια φράση και οι άλλοι ένα κόμμα, μια τελεία, ένα ερωτηματικό. Οι άλλοι καθορίζουν την «φράση μου». Πότε με βάζουν να ρωτώ και πότε με κλείνουν στης τελείας τη βεβαιότητα. Εγώ τότε ασφυκτιώ, χτυπώ τον εαυτό μου με λέξεις. Απορώ με παρενθέσεις, κάποτε κυλώ σε ένα κόμμα και κλαίω… Κάνω ωραία είσοδο και δραματική έξοδο. Στο ενδιάμεσο σιωπώ ή μιλώ πάρα πολύ κι αχρείαστα. Αν ήμουν έργο θα ήμουν παντομίμα ή φάρσα. Κι ας πόθησα τόσο να είμαι ένα ον τραγικό. Ούτε το δράμα έφτασα ούτε «ένα θέμα για μικρό διήγημα». Να κλαίω σαν Νίνα στον «Γλάρο» για τα χαμένα μου όνειρα. Δεν έπρεπε να λεγόμαστε άνθρωποι, μα ερημίτες. Καθείς κι η έρημός του. Καθένας και μια όαση στον ύπνο του. Γλιστράμε όλοι στα ίδια πεζοδρόμια όμως πονάμε μόνοι κι ας είναι η πτώση μας κοινή. Γιατί;

Δεν με αναγνωρίζω στις φωτογραφίες. Στον καθρέφτη, στα λόγια των άλλων ακόμη και στα δικά μου λόγια δεν μ’ αναγνωρίζω.

Έχω έναν εαυτό ανείπωτο που περιμένει να λευτερωθεί  από μένα.

«Φωτογραφίες», της Μαρίας Λεμεσού

Advertisements