Στέκομαι στην προβλήτα και χαζεύω τα καράβια. Με ταξιδεύουν με τον τρόπο τους, φέρνουν μνήμες από φανταστικά ανύπαρκτα τοπία. Μια νοσταλγία που πέτρωσε. Ένα συναίσθημα. Μια στιγμή που δεν σου έκλεψα.

Όλον αυτόν τον καιρό δεν σήκωσα το κεφάλι μου να κοιτάξω παραπέρα, δε σήκωσα τα μάτια μου από το μακρινό όνειρο.Τώρα, είμαι σχεδόν τυφλή και έχω την πεποίθηση ότι δε θα το βιώσω.

Ένιωσα πως είναι να είσαι κάτω και να σε κλωτσάνε με θυμό… όταν ο μαζοχιστικός μου πόθος με τράβαγε κολλημένη εκεί. Τα γδαρσίματα και οι μελανιές ακόμη με πονάνε, αλλά ξέρω όταν σηκωθώ θα περπατάω καλύτερα και δε θα επιτρέψω σε κανένα να βγάλει την οργή του επάνω μου.

Περνάω μπροστά. Συνειδητά διαλέγω να μην σ’ ακούσω. Δεν αισθάνομαι κάποιο είδος τύψης. Θα αισθανόμουν εάν έστω είχες ακούσει μια προειδοποίηση εως τώρα.

Το στείρο τούτο πρόβλημα πάντα θα μείνει κρυμμένο και εγώ στο μεθύσι του διαφορετικού θα αποζητώ πραγματικό νερό.

Σε περίμενα ώρα πολύ και δεν εμφανίστηκες. Τότε που με έβλεπες να υποφέρω ως την τρελα και το θάνατο, αλλά ποτε να μην φτάνεις ως εκεί.

Και όποιος στον έρωτα μπροστά για κόλαση μιλάει θα ένιωσε τη φλόγα στο πετσί του…και σε ένα βαζάκι θα κρατήσω λίγη από τη στάχτη μου να σου τη δώσω, του πεθαμένου μου έρωτα την τέφρα τη γλυκιά.!!!

Advertisements