Λευκή σελίδα. Την κοιτάζω κι αναρωτιέμαι αν υπάρχει ο φόβος της λευκής σελίδας. Δεν το νομίζω. Υπάρχει ο φόβος να βάλεις στο χαρτί τις σκέψεις σου κι από λευκό να γεμίσει με μαύρο μελάνι. Μόνο σε μαύρο χρώμα μπορώ να γράψω σήμερα. Αυτό είναι το χρώμα που ταιριάζει στους αποχωρισμούς.

Το «Ανοξείδωτο Δέρμα» το έγραψα με τη βοήθειά του γι αυτό του ανήκει.  Ήθελα να τον βάλω στο «κόλπο», να τραβήξω την προσοχή του από τις μέρες του νοσοκομείου.Ήταν η πρώτη εποχή που έμπαινε κι έβγαινε, τότε που δεν θέλαμε να πιστέψουμε πως είχε αρχίσει το τέλος. Οι  δυο λέξεις με ταξίδεψαν κι έτσι απλά μ΄ανέβασαν σ’ ένα καράβι. Τότε σκέφτηκα εκείνον. Ποιος θα ήταν καλύτερος για κάποιες μικρές ή μεγάλες λεπτομέρειες σχετικά με τα καράβια; Μόνος εκείνος, ο θαλασσόλυκός μας. Από μικρό παιδί ζούσε στις σιδερένιες κοιλιές τους. Εκεί μέσα μεγάλωσε και μ’ αυτά γύρισε τον κόσμο. Όταν μιλούσε κι εξιστορούσε τα ταξίδια του το βλέμμα του ταξίδευε ξανά, έφευγε από το στενό δωμάτιο,  γινόταν γελαστό και φωτεινό. Δεν είχε περάσει ρόδινα. Σίγουρα όχι. Μα πέρασε μια  ζωή στο κόκκινο. Τα δύσκολα ήταν σκληρά και τα όμορφα (όσα υπήρξαν) ξεχωριστά. Η θάλασσα ήταν η μια  θρησκεία του. Η άλλη η οικογένειά του. Μια οικογένεια ιδιόμορφη που τη βρήκε στην πορεία της ζωής του μα παρότι έτοιμη είχε τον τρόπο να την πλάσει από την αρχή.  Έτσι το ένιωσα εγώ ή έτσι ήθελα να το βλέπω. Με συνέφερε γιατί σε μια στάση της ζωής ακολούθησα το ευφάνταστο αυτό οικογενειακό καραβάνι με κείνον στο ρόλο του πατέρα όλων μας.

Σήμερα που υπάρχεις πια σε μια άλλη διάσταση σου λέω ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα. Ευχαριστώ ακόμη και για το γέλιο που έκανες στα υποκοριστικά ονόματα που σου έδινα. Σου λέω πως σ’ αγαπώ γιατί μου έδειξες τι σημαίνει ο ρόλος του πατέρα. Για μένα υπάρχεις και θα υπάρχεις εσαεί. Έχεις μπαρκάρει για πολλοστή φορά για κάπου μακριά δίχως τηλέφωνα και γράμματα να μας κρατούν σ’ επαφή. Όλα γίνονται μ’ ένα νεύμα προς τον ουρανό και πάμπολλες αναμνήσεις στο μυαλό.

Advertisements