Μόλις είχαν σαλπάρει από το Ρίο Ντε Τζανέιρο. Έμεινε στην πρύμνη να θαυμάσει  ακόμη μια φορά και ν’ αποχαιρετήσει  το λιμάνι . Άναψε  τσιγάρο κι η φλόγα του αναπτήρα πυροδότησε τη φλόγα της καρδιάς του για την πόλη που άφηνε πίσω του. Πολλές φορές άκουσε να του περιγράφουν την ξεχωριστή ομορφιά της,  μα ποτέ δεν φανταζόταν την  πραγματικότητα που έζησε για έναν ολόκληρο μήνα. Μια πραγματικότητα που τα είχε όλα, όμορφα κι άσχημα. Η πόλη αυτή είχε περισσότερο από τα πάντα που ζητούσε. Εδώ και λίγα χρόνια είχε φύγει από την Ελλάδα κι είχε αφήσει το  νησί του, τη Ζάκυνθο. Οι ναυτικοί που επέστρεφαν του μιλούσαν για τις χώρες που πήγαιναν, τις πόλεις που προλάβαιναν να δουν και τους ανθρώπους που συναντούσαν. Τον ταξίδευαν, του φούσκωναν το μυαλό  για φευγιό. Η λαχτάρα να φύγει μακριά σιγόκαιγε μέσα του από μικρό παιδί .Μηχανικός αεροσκαφών ήθελε να σπουδάσει αλλά δεν τα κατάφερε κι έτσι προσγειώθηκε στο plan B, ως μηχανικός αυτοκινήτων. Όταν πριν πέντε χρόνια  τα οικονομικά του έφτασαν σε απελπιστική κατάσταση, κι ένας πελάτης του μαγαζιού, Β’ μηχανικός σε μεγάλα εμπορικά πλοία, του πρότεινε να τον ακολουθήσει, το σκέφτηκε σοβαρά. «Θα σε πάρω λαδά», του είπε, κι ο Δημήτρης σταμάτησε να σκουπίζει τα χέρια του τα γεμάτα γράσο κι έμεινε κοκαλωμένος γιατί δεν κατάλαβε γρι. «Λαδά;» επανέλαβε κι έβαλε τα γέλια. «Σε θέλω βοηθό μου» συνέχισε ο μηχανικός. Μα το Χριστό, αυτός μιλάει σοβαρά, σκέφτηκε, κι είπε μέσα του:  ας το κάνω όσο είναι ακόμη καιρός, όσο προλαβαίνω. Αεροπλάνα, αυτοκίνητα και τώρα πλοία. Ότι κι αν διάλεγε, ότι κι αν του ερχόταν στο δρόμο του, είχε να κάνει με το μέταλλο. Ήταν στο πετσί του. Δεν είναι κι εύκολο να κάνεις τέτοια στροφή στα 30 σου κι από στεριανός να γίνεις ναυτικός.  Έτσι έφυγε για πρώτη φορά μακριά από τον τόπο του και μπάρκαρε. Ήταν μόνος του  –δεν ήθελε να μπλεχτεί με γάμους και παιδιά, οι έρωτές του έρχονταν κι έφευγαν –κι έτσι η απόφαση ήταν ακόμη ευκολότερη. Πέντε χρόνια, πέντε μεγάλα ταξίδια περικυκλωμένος από τόνους μέταλλο. Γινόταν ένα με το κάθε πλοίο που άλλαζε.  Ούτε μια φορά δεν είχε επιστρέψει στην πατρίδα. Τα μάτια του ρουφούσαν τους καινούριους τόπους,  με αποκορύφωμα αυτό που περίμενε τόσο, το Ρίο. Μικρός ονειρευόταν τη στιγμή που θα έβλεπε τις όμορφες βραζιλιάνες, τις χυμώδεις, να τον τραβούν από το χέρι για να τον βάλουν στη συντροφιά τους και να τον οδηγήσουν στην έκσταση του χορού τους. Το έζησε κι αυτό τώρα που άραξαν  με το πλοίο για επισκευή. Καθώς τραβούσε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και το πλοίο ξεμάκραινε έδωσε μία υπόσχεση στον εαυτό του, να γυρίσει ξανά στο Ρίο ντε Τζανέιρο με την πρώτη ευκαιρία. Άραγε θα του δινόταν αυτή η ευκαιρία; Κι αν ναι πότε; Πέταξε τη γόπα από το τσιγάρο του στη θάλασσα κάνοντας την ευχή του κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Αι στο καλό! Τι τον έπιασε ολόκληρο άντρα. Ξεκίνησε για την καμπίνα του όταν το Ρίο Ντε Τζανέιρο έγινε ένα μικρό φως στο μάτι  κι ένα αγκάθι στην καρδιά του. Η βάρδια του άρχιζε στις 4 τα ξημερώματα. Σηκώθηκε κι αφού ετοιμάστηκε βγήκε από την καμπίνα και κατευθύνθηκε στο μηχανοστάσιο. Ο δεύτερος του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και λόγω της γρίπης που τον τυραννούσε, ζήτησε από το Δημήτρη να ξεκινήσει την επισκευή  και στην πορεία θα ερχόταν κι εκείνος. Επιτέλους, είχαν φτάσει τα σωστά ανταλλακτικά λίγο πριν σαλπάρουν κι έτσι μπορούσαν να προχωρήσουν τις εργασίες. Ένα μήνα σταματημένοι στο λιμάνι-είχαν βλάβη στη δεξιά κύρια μηχανή- δεν είχαν καταφέρει να τις ολοκληρώσουν και δεν ήταν σίγουρος αν τελικά θα τα κατάφερναν εν πλω. Πριν ανοίξει το κιβώτιο με τα υλικά που είχε αφήσει δίπλα του σκέφτηκε να προχωρήσει μία άλλη μικρότερη βλάβη και να συνεχίσει στην κύρια μηχανή μετά, μαζί με το Στράτο. Εκεί που δούλευε πυρετωδώς, ήχοι ξένοι από τους ήχους της μηχανής, ακούγονταν ανά διαστήματα. Ελαφροί , διστακτικοί ήχοι σαν χτυπήματα μιας πόρτας που ζητά ν’ ανοίξει. Μα από πού έρχονταν οι ήχοι αυτοί , αναρωτήθηκε ο Δημήτρης. Όλα ήταν από μέταλλο εκεί μέσα ενώ αυτός ο ήχος θύμιζε κάτι από ξύλο.Έβριζε θεούς και δαίμονες από την αγωνία του να προχωρήσει στην επιδιόρθωση της βλάβης, που τελικά αποδείχτηκε μεγαλύτερη απ’ ότι περίμενε, που δεν έδωσε επιπλέον σημασία στους ήχους που άκουγε. Ευτυχώς που έφτασε το κιβώτιο, μονολόγησε, και μ’ ένα λοστό το άνοιξε .Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να βρει αυτό που χρειαζόταν.Ήταν τόσο απορροφημένος, που δεν κατάλαβε πως δύο μάτια τον παρακολουθούσαν, ακολουθούσαν τις κινήσεις του σαν μπαλάκι του τένις. Άξαφνα, ένα μπαμ ακούστηκε και καπνός  έπνιξε το μηχανοστάσιο. Δεν περίμενε μία τέτοια εξέλιξη! Μία σπίθα άναψε που εξελίχτηκε σε φλόγα κι ο Δημήτρης έτρεξε ν’ αρπάξει τον πυροσβεστήρα. Η μεγαλύτερη όμως έκπληξη δεν ήταν το πρόβλημα που εμφανίστηκε αλλά το γεγονός ότι όλη αυτή την ώρα είχε έναν θεατή. Έναν θεατή που ανακαλύφθηκε από μόνος του αφού ο καπνός τον έκανε να ζαλιστεί και να πέσει μπροστά στα πόδια του. Χριστός κι η Παναγιά! Αναφώνησε βλέποντας ένα μικρό αγόρι. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα. Σάστισε προσπαθώντας να βρει τις προτεραιότητες του. Από τη μια ένα παιδί κι από την άλλη ένα πρόβλημα που ζητούσε άμεσα λύση. Ευτυχώς που τ’ αμπάρια ήταν από ανοξείδωτο χάλυβα γιατί το εμπόρευμα που κουβαλούσε το πλοίο ήταν ιδιαίτερα εκρηκτικό σε τυχόν συνάντησή του με τη φωτιά. Από μηχανής Θεός ο δεύτερος μηχανικός που κατέβαινε εκείνη τη στιγμή. Στράτο! φώναξε. Ο Στράτος ρίχνει μια ματιά στο παιδί και μια στο λαδά του το Δημήτρη και του φωνάζει να φύγει για πάνω με το μικρό. Η φωτιά είχε ήδη σβηστεί πριν καλά καλά ξεσπάσει. Ο Δημήτρης σήκωσε προσεκτικά το παιδί κι άρχισε ν΄ ανεβαίνει τα σκαλιά. Πήγε στην καμπίνα του το μικρό λαθρεπιβάτη και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο μικρός άνοιξε τα βλέφαρα και δύο μάτια στο χρώμα του σμαραγδιού αποκαλύφθηκαν. Τα μαλλιά του κατάμαυρα και μακριά. Σαν κορνίζα, σκέφθηκε ο Δημήτρης. Το σώμα του λεπτοκαμωμένο κι αδύναμο ήταν ντυμένο με κουρέλια. Από πού να ξέφυγε άραγε, από ποια φαβέλα το έσκασε; Αναρωτήθηκε. Τον άφησε να κοιμηθεί κι εκείνος πήγε στη ρεσπέτζα –το κουζινάκι του πλοίου -να του  ετοιμάσει κάτι να φάει. Τι τρώνε τα παιδιά; Ε, τώρα ότι βρω, μονολόγησε. Λίγο σαλάμι, τυρί, μπαγιάτικο ψωμί και γάλα ήταν τα καλύτερα που βρήκε. Τα έβαλε σ’ ένα πιάτο και του τα πήγε. Στο άκουσμα της πόρτας ο μικρός άνοιξε τα μάτια του και τρομαγμένος κοίταξε το Δημήτρη. Έλα, του έκανε, φαγητό. Μα πώς να το πει κι εκείνος. Μήπως ήξερε τη γλώσσα του; Σ’ αυτή την περίπτωση η καλύτερη γλώσσα είναι οι κινήσεις του ίδιου του σώματος. Γι αυτό ο Δημήτρης χαμογέλασε, προσπάθησε να γλυκάνει  τον τρόπο του και πλησίασε στο κρεβάτι. Του έβαλε το δίσκο στα ποδαράκια του και ανυπόμονος του έκανε νόημα ν’ αρχίσει να τρώει. Δειλά, δειλά ο μικρός έπιασε το ψωμί στο ένα χέρι και το σαλάμι στο άλλο. Με τα μάτια καρφωμένα στο Δημήτρη έκοβε μια μπουκιά από το ψωμί,  μια μπουκιά από το σαλάμι. Αφού έφαγε και ήπιε ο μικρός, ο  Δημήτρης τον άφησε στην καμπίνα, κλείδωσε την πόρτα και βγήκε με κατεύθυνση για τη γέφυρα . Έπρεπε να μιλήσει στον καπετάνιο το συντομότερο. «Δημήτρη έχεις μάθει πια τη διαδικασία για τους λαθρεπιβάτες, έστω και θεωρητικά» Είπε αυστηρά ο καπετάνιος. «Ναι, ξέρω καπετάνιε μου. Αλλά είναι ένα μικρό παιδί. Τι μπορεί να κάνει αν τον αφήσουμε να κυκλοφορεί ελεύθερος στο πλοίο;» «Δημήτρη ο κανόνας είναι ένας. Οι λαθρεπιβάτες μένουν κλεισμένοι σε μια καμπίνα. Όπως ξέρεις θα τον ταϊζουμε και θα τον ποτίζουμε πλουσιοπάροχα όπως λένε οι κανονισμοί μέχρι να βρούμε λιμάνι να τον αφήσουμε στις αρχές.» «Ναι καταλαβαίνω καπετάνιε» είπε ο Δημήτρης. Κατέβηκε από τη γέφυρα σκεπτικός. Ένα παιδί είναι μόνο, μουρμουρούσε συνεχώς. Είχε πλέον χαράξει η ανατολή. Την απολάμβανε πάντα ανάβοντας τσιγάρο. Το ίδιο έκανε και τώρα. Τα χρώματα στον ουρανό είναι τόσο ζωντανά όταν τα βλέπεις πλέοντας στον ωκεανό. Έγειρε κι ακούμπησε στο κρύο μέταλλο της κουπαστής με το μυαλό γεμάτο σκέψεις. Είχαν μπροστά τους καμιά δεκαριά άντε δεκαπέντε  μέρες αν έκανε άσχημο καιρό, όσο να κροσάρουν τον Αντλαντικό και να πιάσουν το πρώτο λιμάνι στην Ευρώπη, όπως είχε κανονίσει η εταιρεία. Las Palmas! Του άρεσε αυτό το μέρος. Είχε χρώμα κι ομορφιά. Με την άκρη του ματιού του εντόπισε τον Κάρλος, έναν από τους καμαρότους. Κάρλος, φώναξε  δυό φορές επίμονα κι ο Κάρλος γύρισε και χαμογελώντας άλλαξε πορεία και γύρισε προς το μέρος του. Έχουμε επισκέπτη από την πατρίδα σου, του είπε μόλις έφτασε δίπλα του. Έλα να σου δείξω. Ο Κάρλος ήταν ο μόνος που μπορούσε να επικοινωνήσει με το μικρό λαθρεπιβάτη κι ο Δημήτρης ήθελε να μάθει πως βρέθηκε στο πλοίο αν και υποψιαζόταν. Ο μικρός ξεθάρρεψε μόλις ο Κάρλος του μίλησε στη γλώσσα του. Τ’ όνομά του είναι Μπέτο, είπε ο Κάρλος. Του διηγήθηκε πως κρύφτηκε στην κούτα με τ ανταλλακτικά. Έπρεπε να φύγω από κει, πεινούσα κι ήμουν μόνος. Οι γονείς μου πέθαναν και τ’ αδέρφια μου γυρίζουν από δω κι από κει χωρίς να μου δίνουν σημασία. Δάκρυα κύλησαν από τα σμαραγδένια μάτια. Βούρκωσε κι ο Δημήτρης. Το ταξίδι συνεχίστηκε με ήρεμο καιρό. Οι δυό τους έγιναν φίλοι κι ο ένας μάθαινε στον άλλο τη γλώσσα του με τη βοήθεια του Κάρλος. Η κόντρα με τον καπετάνιο κρατούσε καλά για να μείνει ο Μπέτο στην καμπίνα του και να μην απομονωθεί όπως έπρεπε. Έτσι είχαν όλο τον καιρό  να γνωριστούν καλύτερα. Στο Las  Palmas ο Δημήτρης κατέβηκε από το πλοίο με πρωτόγνωρη χαρά κι ανυπομονησία. Θα έβρισκε ρούχα και παπούτσια για τον Μπέτο. Δεν μπορούσε να τον βλέπει με τα κουρέλια που τον είχαν βρει. Όσο κι αν τον περιποιήθηκαν το αποτέλεσμα δεν φαινόταν αφού  φορούσε και πάλι τα παλιά του ρούχα. Ο μικρός χοροπηδούσε σαν κατσίκι στην καμπίνα όσο άνοιγε τις σακούλες κι έβγαζε τα ρούχα που του είχε φέρει. Το ίδιο ήθελε να κάνει κι εκείνος από τη χαρά του για τη χαρά που πρόσφερε. Το καράβι  ξεφορτώθηκε και πήραν εντολή να γυρίσουν στη Βραζιλία. Εκεί είχε αποφασίσει η εταιρεία να συνεχίσουν τις επισκευές και τη συντήρηση του πλοίου. Εκεί θα κατέβαινε ο Μπέτο και θα τέλειωναν με την ιστορία αυτή, τόνισε ο καπετάνιος που όλο αυτόν τον καιρό δεν είχε ησυχάσει ξέροντας ότι στο πλοίο είχε έναν λαθρομετανάστη και μάλιστα παιδί! Δέκα μέρες μετά ο Δημήτρης είχε πάρει την απόφασή του. Είχε μιλήσει πολύ με το Στράτο που σεβόταν τη γνώμη του και παρότι δεν συμφωνούσαν αποφάσισε να κρατήσει τις συμβουλές του και να προχωρήσει μπροστά. Θα μετάνιωνε για τη δική του απόφαση και γι αυτό τελικά που θα έκανε κι όχι για κάτι που δεν θα τολμούσε καν. Ένα βράδυ πριν φουντάρουν στο λιμάνι του Ρίο Ντε Τζανέιρο βρέθηκαν κι οι δέκα έλληνες του πληρώματος στο σαλόνι. Άκουσαν ελληνικά τραγούδια, ήπιαν και θυμήθηκαν ιστορίες από την πατρίδα. Όλοι χτύπαγαν το Δημήτρη στην πλάτη και κουνούσαν το κεφάλι. Άλλοι για την απερισκεψία που πήγαινε να κάνει άλλοι για το θάρρος του. «Γιατί δεν γυρνάτε στην Ελλάδα τουλάχιστον», τον ρώτησε για μια ακόμη φορά ο Στράτος. «Σου είπα γιατί. Θέλω να είναι στο φυσικό του χώρο. Είναι ορφανός μην τον κάνω και ξενιτεμένο», απάντησε. Καταλαβαίνεις; O Στράτος δεν καταλάβαινε όπως κι οι υπόλοιποι, αλλά δεν τον ένοιαζε. Το είχε αποφασίσει. Θα κατέβαινε με το παιδί στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και θα τον μεγάλωνε εκεί στην πόλη του. Το Ρίο, η πόλη μάγισσα, είχε βρει τον τρόπο για να τον κάνει να επιστρέψει. Τα χρόνια που πέρασε στη θάλασσα του ήταν αρκετά. Αρκετά και με το μέταλλο στη ζωή του. Ήρθε η ώρα για να δώσει βάσει στα έμψυχα. Ο Μπέτο έφερε στο φως βαθύτερα ένστικτα που δεν πίστευε πως είχε. Το επόμενο πρωί αφού ολοκλήρωσε τα καθήκοντα της βάρδιας του στάθηκε μπροστά στο μικρό και τον ρώτησε: Listo? Έτοιμος; Ο Μπέτο κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και του άπλωσε το χέρι. Πήραν τα πράγματά τους κι αφού αποχαιρέτησαν το πλήρωμα γύρισαν το βλέμμα στο λιμάνι και φώναξαν :

Buenos Dias, Rio!!!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ε

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements