Στην εισπνοή του αέρα που αναπνέω, στην εκπνοή του αναστεναγμού που στιλιτεύω, ανώνυμα σε καταγγέλω Χρόνε, μα εσύ με ξέρεις.

Στα μάτια με κοιτάς, πονάς, ξεγλυστράς γιατί ώρα σου είναι πια, φεύγεις.

Ανώνυμα σε καταγγέλω αφού χάνεσαι στους ήχους σου που έγιναν κιόλας χτες.

Είσαι μια παράκληση , μια ευχή Χρόνε, στων ονείρων το Θεό.

Φωτίζεις το μονοπάτι τους, είσαι σειρήνα κι οδηγός μαζί.

Άραγε θα τα οδηγήσεις να ναι ασφαλή;

Και κάπου εκεί  στο σκοτάδι που με φόβο περπατάς, σκοντάφτεις  στα στοιβαγμένα όνειρα που χρόνο με το χρόνο άφησες να μαζευτούν. Σκαλίζεις τα παλιά που σέρνονται πια ξεφτισμένα και ρίχνεις βλέμμα με ελπίδα στα νέα,  τα λαμπερά από λούστρο καμωμένα.

Κορδώνονται τα ξιπασμένα κι αναρωτιέσαι ποια θα ναι η τύχη τους από τι να ναι άραγε αυτά φτιαγμένα;

Κι αν όνειρα αρκετά μου στοίβαξες στον πάτο, σε συγχωρώ χρονιά μου για όλα τ’ άλλα που άφησες κι έσπρωξες να λυτρωθούν στο πέρασμά σου.

Advertisements