Κι εκεί που λες πως έχεις τις απόψεις σου για όλα -σαν τσιμέντο ένα πράγμα- γίνεται κάτι, μια εξαίρεση βρίσκει το δρόμο της προς εσένα και σπάει το γενικό κανόνα σου. Συνειδητοποιείς τότε πως η ζωή είναι φτιαγμένη από στιγμές, τόσο δα μικρές σαν αυτά τα παζλ με τα χιλιάδες κομμάτια. Έτσι είναι η ζωή και κάθε μέρα μας δείχνει ένα μέρος από τη μεγάλη της εικόνα, το  μέρος που οι ίδιοι φτιάχνουμε ή επιτρέπουμε στα μάτια μας να δουν. Όπως για παράδειγμα πως στην πόλη υπάρχουν άνθρωποι που ελπίζουν, που αποζητούν να επικοινωνήσουν και κυρίως έχουν τη διάθεση να προσφέρουν πολλά ακόμη και σε ελάχιστα λεπτά.

Αγαπώ το μετρό. Η διαδρομή με το μονότονο ήχο άλλες φορές με νανουρίζει κι άλλες πάλι φρουρεί την απομόνωσή μου, με κάνει να βουτάω βαθιά στον κόσμο του βιβλίου που διαβάζω. Συνέχεια διαβάζω. Είναι το μεγάλο ταξίδι στα ελάχιστα λεπτά της διαδρομής μου. Έτσι και σήμερα. Διάβαζα κι άφηνα την κίνηση να λικνίζει το σώμα μου κατά πως ήθελε και το μυαλό μου ν΄αφοσιώνεται στον Ντοστογιέφσκυ.

«Ποια μετάφραση είναι;» άκουσα τη μπάσα φωνή από την απέναντι θέση να με ρωτάει.

Σήκωσα το κεφάλι από περιέργεια χωρίς να ξέρω αν θ’ απαντήσω. Αλεξάνδρου, του λέω και πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελάει ευγενικά.  Καλοστεκούμενος, επιβλητικός και διψασμένος. Είχε αυτή τη δίψα στα μάτια για να μιλήσει. Όχι όμως για χάρη της ομιλίας, μα για χάρη της επικοινωνίας κι όπως κατάλαβα μετά χάρη στην αγάπη του για το διάβασμα, για το βιβλίο. Δεν κατέβασα το βλέμμα, δεν τον άφησα μετέωρο απέναντι στην άγνωστη που τόλμησε να της απευθυνθεί. Ίσως κι από σεβασμό στην ηλικία του, περασμένα 60, ίσως από σεβασμό στην κοινή μας αγάπη κι ας ήμαστε δύο ξένοι.

Συνέχισε ήρεμα να μου μιλά για τον Τροτσκιστή Αλεξάνδρου, για το βιβλίο του «Το Κιβώτιο», το μοναδικό, απ’΄ότι είπε ο άγνωστος, που έχει γράψει. Έπειτα μίλησε για την Μπακοπούλου (μεταφράστρια των «Δαιμονισμένων»  του Ντοστογιέφσκυ) διερωτώμενος γιατί έπρεπε κι εκείνη να μεταφράσει κάτι που είχαν κάνει τόσοι άλλοι πριν και μάλιστα μ’ επιτυχία. Στάθηκε  με δέος στη μετάφραση του Παπαδιαμάντη στο «Έγκλημα και Τιμωρία». Χαμογέλασε με συμπάθεια όταν μου ανέφερε το λογοκριμένο κεφάλαιο που δεν μπήκε ποτέ λόγω του άσεμνου  περιεχομένου που θεώρησαν πως περιείχε οι κριτικοί της εποχής .

«Πετάγομαι βέβαια από τον ένα στον άλλον», συνέχισε, «αλλά έχετε διαβάσει Γιανναρά, τον Καθηγητή;»

«Όχι απάντησα» και ντράπηκα που με βρήκε άσχετη  ο άγνωστος. Μου ανέφερε το βιβλίο του «Καταφύγιο Ιδεών» και μου περιέγραψε πως καταγράφει τη μαρτυρία του για την κατάρρευση των θρησκευτικών οργανώσεων.

Το μεγάφωνο ανακοίνωσε, επόμενος σταθμός Ηλιούπολη κι ο άγνωστος με ρώτησε αν θα κατέβαινα. Όχι του απάντησα κι αναρωτήθηκα που θα ξανάβρισκα μια τέτοια στιγμή, ένα παρόμοιο κομματάκι στο παζλ μου. Ίσως να μην μου χρειάζεται βέβαια το κομματάκι αυτό ίσως να ήταν και το μοναδικό στο κουτί μου.

«Αυτές τις μέρες διαβάζω Σώμερσετ Μωμ» είπε αμέσως μετά κι ένιωσα πως δεν έβλεπε την ώρα να βρεθεί αγκαλιά με το βιβλίο του. Το είδα στο πρόσωπό του και στα μάτια του που γυάλιζαν.

Χαμογέλασα και θυμήθηκα πως κι εγώ είχα διαβάσει ένα του βιβλίο το «Διακοπές στο Παρίσι». Περίμενα ν’ ακούσω τον τίτλο αυτού που διάβαζε εκείνος, μα άκουσα ένα «Καλές Γιορτές Καλή μου, Να είστε καλά» κι αμέσως μετά τον είδα να με κοιτά έξω από την πόρτα του βαγονιού που είχε κλείσει με δύναμη. Επίσης, Καλά Χριστούγεννα, είπα μα δεν με άκουγε πια.

 

 

 

Advertisements