Φωτό E Writinks

Μέτρησες καμιά φορά τα σ’ αγαπώ που άκουσες στη ζωή σου; Τα σε θέλω;  Σπύρος είπαμε; E, για μένα που λες Σπύρο, είναι εύκολο. Μηδέν.  Στη ζωή μου άκουσα κυρίως το “δεν σ’ αγαπώ” και το “δεν σε θέλω”.  Τα ξερνούσαν πάνω μου σα λιωμένη πικρή καραμέλα.  Ήταν γλυκόπικρα λόγια. Ναι, έτσι τα θυμάμαι. Αν τους μίσησα;  Κάπου προσπάθησα να τους δικαιολογήσω, ίσως μάλιστα και να τους κάνω να με αγαπήσουν. Έλεγα μέσα μου πως δεν μπορούν να δώσουν κάτι που δεν έχουν. Δεν ξέρουν πως.   Εκτόξευαν τις λέξεις τους κι έμεναν πιο άδειοι από πριν, σαν αφυδατωμένα κουφάρια αδειάζοντας κι εμένα μαζί. Τους κοιτούσα κι έβλεπα μόνο  ξεδοντιασμένα στόματα που δεν μπορούσαν να  συγκρατήσουν τίποτα.  Αν είχαν δόντια, σκεφτόμουν, ίσως να συγκρατούσαν τα ΔΕΝ τους πριν με πυροβολήσουν. Ξέρεις κάτι; Ζούσα με ελεύθερους σκοπευτές τελικά. Όπλιζαν κι άδειαζαν  πάνω μου  κατά βούληση.  Να έτσι. Το μάτι στο στόχαστρο, τραβούσαν τη σκανδάλη και μπαμ. Έτσι έμαθα να κρύβομαι, για να σωθώ από τα συναισθήματά μου. Σε τρομάζω; Δεν τρελάθηκα ακόμη. Να ηρεμήσω; Μου ζήτησες να σου μιλήσω κι αυτό δεν με ηρεμεί. Θα μ’ ακούσεις λοιπόν κι ίσως τότε σε ρωτήσω αυτό που θέλω, ίσως πάλι όχι. Μη βιάζεσαι, μην προσπαθείς να  απαντήσεις τώρα.  Διαβάζω τα χείλη σου όπως έκανα και με των άλλων στην προηγούμενη ζωή μου. Mου μιλούσαν και δεν τους άκουγα με τ’ αυτιά. Το πιστεύεις; Με τα μάτια τους άκουγα. Προσπαθούσα να διαβάσω τι μου λένε κι όσο να τους καταλάβω ο πόνος από την κακία τους αργούσε να φτάσει στο στόχο του. Τους κοιτούσα στα χείλη που στρογγύλευαν λες κι έπρεπε να χωρέσουν μπουκιά που δεν καταπινόταν. Μα δε νοιάζονταν αν για μένα τα λόγια τους θα ήταν η «μεγάλη μπουκιά» που δεν θα κατάπινα ποτέ. Με βλέπεις δυό χρόνια είπες. Κι εγώ εσένα. Αλλάζουμε βάρδιες στα παγκάκια, ενοικιαστές χωρίς νοίκι και χωρίς ταβάνι.  Γυρνάμε γύρω -γύρω σαν τους δείκτες του ρολογιού μόνο που εμείς δεν στεκόμαστε πουθενά. Δεν ξέρεις τίποτα για μένα κι ούτε εγώ για σένα. Δεν ξέρω καν αν θέλω να σε μάθω κι απορώ γιατί μου το ζητάς εσύ. Το βλέμμα σου όμως κι αυτό το κονιάκ που μου βαλες κάτω από τη μύτη φταίνε. Με κάνουν να θέλω να μιλήσω. Μπούκωσα στη σιωπή μου, νισάφι πια. Είναι που δεν μιλάει κι αυτή η γούνα. Ξέρεις πόσες τη ζήλεψαν όταν ήμασταν κι οι δυό φρέσκιες και κυκλοφορούσαμε στα μεγαλεία; Τώρα παίζει σε πολλά ταμπλό. Όπως κι αυτή η τσάντα που έχει όλα μου  τα υπάρχοντα. Έλα, δώσε μου μια γουλιά ακόμη. Δυνατό είναι το άτιμο. Και μια ρουφηξιά από το τσιγάρο σου για ν’ ανασάνω. Έτσι. Ποιος να μου ‘λεγε πως θα άφηνα πίσω μου τη χλιδάτη ζωή και θα μοιραζόμουν παγκάκι, ποτό και τσιγάρο μ’ έναν άγνωστο. Τι σιχασιά, κοίτα που κατάντησα και δεν με νοιάζει. Χμ! Λοιπόν, τι λέγαμε. Α! για τα όμορφα λογάκια που άκουσα στη ζωή μου, ναι. Το πρώτο ΔΕΝ που λες, μου το πε ο πατέρας μου και με το τέλος της φράσης του μας τέλειωσε κι αυτός.  Ειλικρινής από τους λίγους. Τι χρειάζεται άλλωστε αυτή η ζωή μου λες;  Ειλικρίνεια πρώτα και πάνω από όλα. Σωστά; Χαίρομαι που συμφωνείς. Μεγάλη πια, μου το ανακοίνωσαν ο πρώτος κι ο τρίτος άντρας μου. Σμίγεις τα φρύδια. Ε, άντρας δεν είσαι; Και γιατί παρακαλώ η αποδοκιμασία; Αν ήμουν φίλος σου θα σου ακουγόταν φυσιολογικό, είμαι σίγουρη. Ο δεύτερος σύζυγος μας άφησε χρόνους πριν προλάβει να το ξεστομίσει. Κάτι πήγε να πει στα τελευταία του μα γύρισα το κεφάλι για να μην διαβάσω τα χείλη  του. Για χρόνια αναρωτιόμουν αν έκανα καλά. Να, γι’ αυτό, που γύρισα το κεφάλι.  Φρόντισε όμως ο άτιμος να με διαφωτίσει. Κανόνισε τετ α τετ συνάντηση σ’ ένα μου όνειρο. Μην γελάς, άκου. Περπατούσα λέει νύχτα σ’ ένα δρόμο μ’ ελάχιστο φως. Άξαφνα στο βάθος διακρίνω  έναν άντρα  να  περπατάει προς το μέρος μου. Όσο πλησιάζει μου φαίνεται όλο και πιο γνωστός. Κοιταζόμαστε κι αναγνωρίζω τον Παύλο. Έτσι τον έλεγαν. Κάνω να πάω προς το μέρος του. Χαμογελάω με χαρά και λαχτάρα που τον ξαναβλέπω. Το ύφος του όμως, τι να πω! Σκληρό, αγέλαστος.  Δεν θύμιζε τον Παύλο που ήξερα. Ξαφνικά σηκώνει το χέρι του, να, έτσι κι έπειτα την παλάμη του και τον ακούω να λέει:  “STOP. Μείνε εκεί που είσαι”. Ανατρίχιασα .Έμεινα να τον κοιτάζω με σβησμένο χαμόγελο. Ένιωσα πως φύσηξε κάτι σαν κρύος αέρας και τύλιξα τα μπράτσα μου με τα χέρια μου. Νομίζω το σώμα του έβγαζε κρύο. Μέχρι κι η φωνή του αν τη ζωγράφιζα θα είχε πάγους. Για πρώτη φορά μου έδειξε πως δεν σήκωνε πολλά πολλά. Τι σου λέω ε; Όσο ζούσε η αλήθεια είναι πως έκανε ότι κι όπως το ήθελα εγώ. Πήρα θάρρος μόλις έφερα το ζωντανό Παύλο στο μυαλό μου κι έκανα να τον παρακούσω. Προχώρησα. Τότε μίλησε ακόμη πιο σκληρά και μου είπε: «Έχω ησυχάσει πια από σένα». Μου γύρισε την πλάτη και χάθηκε.  Παράξενο. Τώρα που στο διηγούμαι καταλαβαίνω πως ήταν η μόνη φορά που άκουσα με τ’ αυτιά κι όχι με τα μάτια. Κι αυτό με πόνεσε πολύ. Είχε δίκιο να ψάχνει την ησυχία του μακριά από μένα. Είχε δίκιο ακόμη κι αν το μακριά ήταν στον Άλλο Κόσμο. Όσο ζούσαμε μαζί δεν του χα δώσει και πολλά. Παρ’ όλα αυτά, ξέρεις, μέσα μου έλεγα πως όποιος ανεβαίνει εκεί ψηλά γίνεται καλύτερος, ίσως κι αγνός. Έλεγα πως αυτοί που φεύγουν, αν όντως μπαίνουν σ΄ αυτήν την άλλη την  ανώτερη ζωή θα μπορούν να συγχωρέσουν αυτούς  που αφήνουν πίσω για ότι τους έχουν κάνει.  Μάλλον δεν γίνεται έτσι ε; Ο Παύλος ήταν καλός όσο ζούσε. Τον έλεγα άγιο και τσαντιζόταν. Περίμενα πως εκεί πάνω θα του φορούσαν φωτοστέφανο. Ήμουν σίγουρη ότι θα συγχωρούσε τους πάντες και τα πάντα εδώ κάτω. Μα πως ζητούν από μας που μένουμε πίσω να συγχωρούμε αυτούς που φεύγουν; Εμείς παραμένουμε σ’ αυτά που ξέρουμε, που είμαστε και που έχουμε. Καλά ας μην δένουμε το τι έχουμε βέβαια. Βλέπεις,  βεγγέρα σε παγκάκι κάνουμε. Πως έφυγε ο Παύλος; Στα καλά καθούμενα, από καρδιά. Ήρεμα κι ήσυχα.  Ήταν ο μόνος από τους τρεις που είχα αγαπήσει πραγματικά κι ο μόνος που έφυγε από μόνος του. Μην μου πεις πως το κατάλαβα αργά. Το ξέρω. Μου στοίχισε.  Πάει, πέρασαν πια.

Ψύχρα έβαλε ε;  Κι είναι μόνο Οκτώβρης. Μην κοιτάς τη γούνα έχασε πια τη ζεστασιά της. Δεν κρατάει πολλά. Την τσάντα θ’ αγκαλιάσω. Δίκιο έχεις. Το αγορίστικο κεφάλι μου είναι το πρόβλημα. Βλέπεις μαλλί; Μια σπιθαμή.  Τους τράβηξα ψαλιδιά πριν κάποιους μήνες. Μη γελάς. Είχα πάρει πρέφα πως με κοροϊδεύατε για το μακρύ μαλλί. Γκριζομάλλα Ραπουνζέλ δεν με λέγατε;  Ναι κρύψου πίσω από το κονιάκ! Πόσο με κάνεις, για πες; Μην είσαι ευγενικός δεν χρειάζεται. Δώσε μου πρώτα μια γουλιά ακόμη. Άσε μην ψάχνεις, θα σου πω εγώ. 60.  Κι εσύ τόσο πρέπει να σαι. Σωστά; Καλά κρατιέσαι. Πέρυσι τέτοια εποχή τα πάτησα. Εκεί που περπατούσα έπεσα σ’ έναν καθρέφτη και μου το πέταξε φτυσιά στο τσαλακωμένο μου πρόσωπο. Τραβούσα με δύναμη θυμάμαι τα μαλλιά και προσπαθούσα να τα στερεώσω πίσω από τα αυτιά. Έμοιαζα με γριά μάγισσα. Γι αυτό τα έκοψα. Πως;  Ζητιάνεψα ένα ψαλίδι από τη μαύρη που έχει τα extensions στη γωνία του δρόμου. Κράτησε τα μαλλιά και μου έδωσε κάποια χρήματα για να φάω. Με σιχαινόμουν και μου το είπα έτσι ξερά. Αηδίασα με τη φάτσα μου, μ’ αυτή την εξαθλίωση που είχα πάνω μου και της είπα ΔΕΝ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ κουκλίτσα μου. Αυτό το  τελευταίο «ΔΕΝ» ειδικά, μου έπεσε, πώς να το πω, πιο βαρύ απ’ τ’ άλλα. Λίγο το χεις να σ’ απαρνιέται ο εαυτός σου; Έχεις φτύσει τον καθρέφτη σου; Εγώ ναι. Του έριξα ένα χεσίδι που ήταν όλο δικό του. Σούζα τον κράτησα όπως είχα και τους ανθρώπους γύρω μου.  Κι έπειτα τον έσπασα. Δες με μωρέ έχει πλάκα. Όποτε το λέω σηκώνω και τη μπουνιά μου και τον σπάω ξανά. Μη φοβάσαι δεν πάει σε σένα η μπουνιά. Το ‘κανα όμως. ΤΟ κανα κι ησύχασα από δαύτον. Έτσι για να είμαι σίγουρη πως δεν θα έχω άλλα πάρε δώσε μαζί του ποτέ ξανά. Και δεν είχα. Λες να μ’ εκδικηθεί; Εφτά χρόνια γρουσουζιάς θα ναι αυτά. Δεν είναι λίγα! Μην στραβομουτσουνιάζεις, δεν περιμένω να σωθώ. Απορώ πως το έκανα όμως, εγώ η προληπτική! Λες και θα τέλειωνα με δαύτους. Τα πάντα γίνονται καθρέφτης. Τα μάτια σου είναι τώρα ο καθρέφτης μου μόνο που δεν θέλω να τα σπάσω. Χαμογελάς ε; Ωραίο πράγμα. Τέλος πάντων, μέσα στο θυμό του ο άνθρωπος κάνει πολλά κι εγώ από θυμό δόξα τω Θεώ, σακιά ολόκληρα. Θεός, που τον θυμήθηκα. Ξεχασμένη μ’ έχει και καλύτερα έτσι. Μπορεί βέβαια να πει πως Τον ξέχασα εγώ πρώτη.  Ε, δεν θα βάλουμε τον κόμπο τώρα! Δεν έχω όρεξη για εξηγήσεις, τ’ ακούς; Καλά δεν φωνάζω μην κάνεις έτσι. Είναι νύχτα δίκιο έχεις. Ποιος να μας ακούσει εδώ με τόσα δέντρα γύρω μας μου λες; Πριν μείνω στους δρόμους δεν είχα δει ποτέ τα πάρκα της πόλης. Στα μαγαζιά πήγαινα και στα εμπορικά. Κανονικά θα έπρεπε να τα έχω φάει με το κουτάλι όπως κάνουν όλες οι καλές μανάδες. Κλείσε το στόμα σου, μην απορείς. Δώσε μου μια γουλιά ακόμη. Ναι είμαι μάνα αλλά σίγουρα όχι καλή. Εδώ το κατάλαβα. Στα παγκάκια. Για να είμαι εδώ, να τριγυρνώ άστεγη, πεινασμένη και βρώμικη ενώ έχω δύο παιδιά, ε τότε κάτι έχω κάνει πολύ στραβά φίλε μου.  Κανένα τους δεν μ’ έχει ψάξει. Τα’ ακούς; Όχι, μην προσπαθείς να με παρηγορήσεις. Μ’ αηδιάζουν οι παρηγοριές και τα κλαψουρίσματα. Τώρα ψάχνω την αλήθεια. Τίποτα άλλο. Είμαι σίγουρη πως κι εκείνα ψάχνουν τη δική τους αλήθεια όσο πιο μακριά μπορούν από μένα. Κι εγώ μακριά τους έτρεξα. Δεν μιλώ για τώρα αλλά για τότε που τα άφησα στον πατέρα τους, στον πρώτο μου άντρα κι έφυγα με τον Παύλο. Ξέρεις ότι ο Παύλος τα κέρδισε; Ναι, ήταν μαγικό πως τα κατάφερε. Δεν το κατάλαβα ποτέ. Ίσως ήταν που τους έδειξε αγάπη. Ο τρίτος άντρας μου δεν ήθελε ούτε να ξέρει πως υπάρχουν κι εγώ του έκανα το χατίρι. Ξέχασα πως τα έφερα στη ζωή. Φοβόταν μην τυχόν κι έπρεπε να τους αφήσει την περιουσία του. Τελικά την έφαγε όλη μόνος του ο τσιγκούνης κι ησύχασε. Πτώχευσε κι είπε πως του έφταιξα εγώ. Κατσικοπόδαρη μ’ έλεγε. Ακούς; Τι γέλιο! Δεν μπορώ να κρατηθώ. Τη δική του μαλακία την έριξε πάνω μου. Πτώχευσε και τότε άρχισε τις γλύκες για να τον βοηθήσω μ’ ένα κτήμα που είχα. Τον στόλισα από πάνω ως κάτω και τον παράτησα στην κατρακύλα του. Τι έκανα; Πούλησα το κτήμα κι έζησα καλά μια πενταετία. Μια στραβή επένδυση όμως, και να μαι τώρα εδώ. Δώσε μου το μπουκάλι. Θέλω να πιω. Μην με σταματάς δεν σου πέφτει λόγος αν το κατεβάζω σαν νερό. Θα βρεις κι άλλο έτσι δεν είναι; Τι το μουρμουράς; Σ’ έχω δει να το κλέβεις από την κάβα που σου δίνουν φαγητό. Δώσε μου. Αλλιώς θα τους τα πω όλα. Κουράστηκα να μιλάω. Κουράστηκα να σκέφτομαι και να θυμάμαι. Κρυώνεις; Εσύ τρέμεις. Να πάρε αγκαλιά την τσάντα μου κι εγώ θα πάρω το μπουκάλι σου. Φοβάσαι; Εγώ όχι. Είμαι ελεύθερη. Δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν. Ότι κάνω το κάνω για μένα γιατί το θέλω εγώ. Πριν ήθελα απλά να φαίνομαι στους άλλους. Φοβόμουν να βγω από το κοπάδι. Έμενα μαζί τους στην πολυτελή φυλακή μας. Εδώ όμως, κοίτα με, ανοίγω τα χέρια και χάνω το μέγεθος της αγκαλιάς μου. Μένει άδεια; Tο προτιμώ. Εκεί τη γέμιζα με  σκουπίδια. Αυτό λες εσύ φυλακή; Εδώ; Δεν ξέρω για σένα. Ίσως να μην περίμενες να σου συμβεί ποτέ. Δίκαιο. Εγώ την επέλεξα. Νομίζεις δεν είχα λύσεις; Θα ζητιάνευα σε κάποιον γνωστό ή από κείνους τους φίλους και θα βολευόμουν. Κουράστηκα να βολεύομαι και να μπαίνω σε κουτιά που δεν χωράω.  Τελειώνει και το ποτό. Ένα δάχτυλο έμεινε. Αν το πιω μόνη μου θα αποδείξω όλα όσα σου έλεγα μέχρι τώρα. Θ’ αποδείξω πως υπάρχω  για την πάρτη μου.  Σωστά; Όμορφα μάτια έχεις, αγέραστα. Δεν μπορώ να σε βλέπω να τρέμεις. Ποια ερώτηση θες; Άστη. Έλα εδώ. Γέμισε αυτή την αγκαλιά να ζεσταθούμε. Μπορείς να μείνεις όσο θέλεις. Δεν υπάρχει χρόνος. Οι δείκτες δεν θα σταματήσουν πουθενά. Θέλεις;

Ε.ΜΠ.

Advertisements